Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nino Rota. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Nino Rota. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Rocco e i suoi fratelli (1960)


Αγγλικός Τίτλος: Rocco and his Brothers
Ελληνικός Τίτλος: Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του
Κατηγορία: Δράμα, Έγκλημα
Σκηνοθεσία: Luchino Visconti
Σενάριο: Luchino Visconti, Suso Cecchi D'Amico, Vasco Pratolini
Πρωταγωνιστούν: Alain Delon, Renato Salvatori , Κατίνα Παξινού, Annie Girardot, Σπύρος Φωκάς
Μουσική: Nino Rota
Φωτογραφία: Giuseppe Rotunno
Μοντάζ: Mario Serandrei
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία - Γαλλία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 177min


Μία από τις τελευταίες ταινίες του Ιταλικού νεορεαλισμού, από τον παγκοσμίως καταξιωμένο σκηνοθέτη, Luchino Visconti.
Με φόντο μια οικογένεια αποτελούμενη από πέντε γιους και μία μάνα που μεταναστεύει από τον φτωχό Ιταλικό νότο στον βιομηχανικά αναπτυγμένο βορρά, ο Visconti, με μια ισχυρή διεισδυτική ματιά, γεμάτη ρεαλισμό και με έντονα μελοδραματικό τρόπο που σε αρκετά σημεία θυμίζει αρχαία ελληνική τραγωδία, αναλύει ένα ευρύ φάσμα συναισθηματικών καταστάσεων αλλά και κοινωνικών ζητημάτων της εποχής του όπως, το θέμα των ταξικών αντιθέσεων, την ανέχεια, την μετανάστευση, την ματαιοδοξία του πλούτου και της κοινωνικής ανέλιξης που έχει σαν αποτέλεσμα την κατάρρευση των δεσμών της οικογένειας και των ηθών, και πολλά ακόμα.
Στην απόλυτα γραμμική αφήγηση του σεναρίου επικρατούν μερικά βασικά στοιχεία: το αρχετυπικό μία γυναίκα δύο άνδρες, ο καθημερινός ανθρώπινος αγώνας για την εξασφάλιση του προς το ζην, και η οικονομική και κοινωνική καταξίωση μέσα από την δημοσιότητα -στην προκειμένη περίπτωση αυτό έρχεται διά μέσου της πυγμαχίας.
Η ταινία χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια το καθένα από τα όποια φέρει το όνομα του κάθε γιου. Σε όλα τα κεφάλαια είναι παρόντες όλοι, αλλά ο Rocco, μονοπωλεί το ενδιαφέρον της αφήγησης.


Μετά τον θάνατο του άνδρα της, η Rosaria Parondi (Κατίνα Παξινού) ταξιδεύει μαζί με τους τέσσερις γιους της, από το χωριό της στην Νότια Ιταλία, στο Μιλάνο, προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Ο πέμπτος και μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, ο Vincenzo (Σπύρος Φωκάς), ζει ήδη εκεί, εργάζεται και ασχολείται με την πυγμαχία.
Η οικογένεια καταφτάνει στην μεγαλούπολη την μέρα των αρραβώνων του Vincenzo
με μια νεαρή Μιλανέζα, την Ginetta (Claudia Cardinale), αφήνοντας τον νεαρό έκπληκτο καθώς ο ερχομός της οικογένειάς του είναι αναπάντεχος. Η σφοδρή σύγκρουση που επακολουθεί μεταξύ της μητέρα του και των πεθερικών του αναγκάζει τον Vincenzo να διαλύσει τον αρραβώνα του και να ακολουθήσει τους δικούς του.
Αρχικά εγκαθίστανται όλοι μαζί στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Τα προβλήματα τους είναι πολλά αλλά σταδιακά τα καταφέρνουν, και τα τέσσερα αδέρφια βρίσκουν από μία δουλειά. Ο Simone (Renato Salvatori) ο δεύτερος σε ηλικία μετά τον Vincenzo, θα ασχοληθεί επαγγελματικά με την πυγμαχία· ο Rocco (Alain Delon) θα πιάσει δουλειά σε ένα καθαριστήριο ρούχων και παράλληλα θα πυγμαχεί για χόμπι· ο τρίτος, ο Ciro (Max Cartier) προσλαμβάνεται ως εργάτης σε μία αυτοκινητοβιομηχανία· και τέλος, ο μικρός Luca (Rocco Vidolazzi) κάνει θελήματα για τους μαγαζάτορες της γειτονιάς. Στο μεταξύ ο Vincenzo, ξανασμίγει με την Ginetta, την παντρεύεται και ανοίγει το δικό του σπιτικό.
Σύντομα, η οικογένεια Parondi μετακομίζει σ' ένα πιο άνετο διαμέρισμα και όλα βαίνουν καλά, μέχρι την στιγμή που ο Simone συνάπτει σχέση με την Nadia (Annie Girardot), μια όμορφη νεαρή πόρνη. Για χάρη της δεν διστάζει να γίνει κλέφτης και όταν αυτή θα τον αφήσει για να κάνει την ζωή της, απελπισμένος θα εγκαταλείψει σιγά-σιγά την πυγμαχία.
Ο Rocco αναγκάζεται να πάει στη Γένοβα για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Εκεί τυχαία συναντάει την Nadia, η οποία παρασυρόμενη από την αγνότητα και τη γλυκύτητα του, τον ερωτεύεται θέλοντας να αλλάξει τελείως ζωή και να κάνει μαζί του μια νέα αρχή. Όταν το μαθαίνει ο Simone, μη μπορώντας να υποφέρει την ιδέα, βρίσκει το ζευγάρι σε μια αλάνα και βιάζει την πρώην φιλενάδα του μπροστά στα μάτια του αδερφού του. Μετά το περιστατικό, η σύγκρουση των δύο αδερφών είναι αναπόφευκτη αλλά ο Rocco, με το μεγαλείο της ψυχής του, συγχωρεί τον Simone. Η ιστορία όμως με την Nadia δεν τελειώνει εκεί...


Οι χαρακτήρες που απεικονίζονται στην ταινία είναι πολλοί και ο καθένας απ’ αυτούς παρουσιάζει το δικό του ενδιαφέρον. Την παράσταση όμως κλέβουν, και ερμηνευτικά και λόγω της αφηγηματικής εξέλιξης, οι τέσσερις πρωταγωνιστές.
Ο Alain Delon, ερμηνεύει άψογα τον ρόλο του και με το “αγγελικό” πρόσωπό του δίνει τεράστιο ερμηνευτικό βάθος στον χαρακτήρα του Rocco, αναδεικνύοντας τα αγνά ψυχικά χαρίσματα του ήρωα. Πρόκειται για μια από τις πρώτες και αναμφισβήτητα καλύτερες ερμηνείες του Γάλλου ηθοποιού, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της μεγάλης καριέρας του.
Ο Renato Salvatori, ερμηνεύει εξαιρετικά τον “άσωτο υιό” της οικογένειας ο οποίος παρασύρεται εύκολα από την έντονη ζωή της μεγαλούπολης, χωρίς να δέχεται τον συμβιβασμό και την συντήρηση.
Στον ρόλο της Nadia, η γοητευτικότατη Γαλλίδα ηθοποιός Annie Girardot, με μία χαρακτηριστική άνεση υποδύεται υπέροχα την γυναίκα ελευθέρων ηθών, που μπαίνει ανάμεσα στα αδέρφια και γίνεται η αφορμή για την εξέλιξη του μελοδράματος.
Στον ρόλο της Rosaria Parondi, η θρυλική Κατίνα Παξινού, ερμηνεύει υπέροχα (ίσως με λίγη υπέρμετρη θεατρικότητα) την δεσποτική, υπερπροστατευτική αλλά και ταυτόχρονα αγχώδη και σπαρακτική μάνα, που δεν επιθυμεί τίποτα παραπάνω από το καλό των παιδιών της.
Τέλος, το ελληνικό στοιχείο συμπληρώνει με μια πολύ καλή παρουσία ο Σπύρος Φωκάς στον ρόλο του πρωτότοκου Vincenzo, ενώ πρέπει να αναφερθεί και η εμφάνιση της Claudia Cardinale, σε έναν σχετικά μικρό ρόλο, αυτόν της συντρόφου του Vincenzo, Ginetta. Για την πανέμορφη και χαρισματική Ιταλίδα ηθοποιό, ο ρόλος αυτός ήταν ένας από τους πρώτους της καριέρας της.
Το δράμα όλων των ηρώων τονίζεται μέσα από την πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, ενώ η για άλλη μια φορά πολύ όμορφη μουσική του Nino Rota, απογειώνει το όλο εγχείρημα.


Το «Rocco e i suoi fratelli» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Ιταλίας στις 6 Σεπτεμβρίου του 1960, δημιουργώντας ιδιαίτερη αίσθηση στο κοινό και αποσπώντας πολύ καλές κριτικές από τους ειδικούς του χώρου. Η πρεμιέρα της στις ΗΠΑ έγινε στις 26 Ιουνίου του 1961, όπου κι εκεί είχε την ίδια αντιμετώπιση.
Υπήρξε υποψήφια για δύο Βραβεία BAFTA, ενώ βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας με ένα Αργυρό Λέων και με το ειδικό Βραβείο FIPRESCI.
Αρχικά η ταινία λογοκρίθηκε έντονα και ζητήθηκε από τον δημιουργό της να αφαιρεθούν κάποια πλάνα από τις σκηνές του βιασμού και του φόνου. Η ιστορία αυτή κατέληξε σε δικαστική διαμάχη και τελικά ο Visconti δικαιώθηκε με δικαστική απόφαση το 1966, κι έτσι το φιλμ επανήλθε στην αρχική του μορφή.
Σήμερα η ταινία θεωρείται κλασσικότατη και μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του Ιταλικού κινηματογράφου, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που την συγκαταλέγουν στις λίστες τους με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.








La Strada (1954)


Αγγλικός Τίτλος: The Road
Ελληνικός Τίτλος: Πουλημένη από τη Μητέρα της
Κατηγορία: Δράμα
Σκηνοθεσία: Federico Fellini
Σενάριο: Federico Fellini, Tullio Pinelli
Πρωταγωνιστούν: Anthony Quinn, Giulietta Masina, Richard Basehart
Μουσική: Nino Rota
Φωτογραφία: Otello Martelli
Μοντάζ: Leo Cattozzo
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 131 min


Ο Ζαμπανό είναι ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης που παρουσιάζει νούμερα τσίρκου σε χωριά και πόλεις της Ιταλίας. Σπίτι του είναι το μέσο μετακίνησής του, μια παλιά τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με καρότσα.
Όταν πεθαίνει η γυναίκα του πηγαίνει στη μητέρα της για να της ανακοινώσει το δυσάρεστο νέο και δίνοντάς της χρήματα ζητά να πάρει μαζί του ως βοηθό, τη δεύτερη μεγαλύτερη κόρη της, τη Τζελσομίνα. Η Τζελσομίνα που είναι ένα απλοϊκό κορίτσι με ελαφριά διανοητική καθυστέρηση, τον ακολουθεί χαρούμενη μιας και της δίνεται η ευκαιρία να γίνει καλλιτέχνης και να γνωρίσει τον κόσμο.
Γρήγορα όμως η Τζελσομίνα ανακαλύπτει ότι ο Ζαμπανό είναι ένας αγροίκος που την κακομεταχειρίζεται και της συμπεριφέρεται βάναυσα. Έτσι, η νεαρή κοπέλα μην αντέχοντας άλλο μαζί του το σκάει. Σε μία πόλη γνωρίζει έναν ακροβάτη, τον Ματό (τρελός) τον οποίο συμπαθεί και θαυμάζει από την πρώτη στιγμή. Το ίδιο βράδυ ο Ζαμπανό τη βρίσκει και την υποχρεώνει να πάει μαζί του. Την επόμενη μέρα αποφασίζει να πάρουν μέρος στο πρόγραμμα ενός τσίρκου που βρίσκεται στην περιοχή. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες του τσίρκου είναι και ο Ματό.
Ο Ματό κάνει κάποια περιπαικτικά αστεία στον Ζαμπανό, γελώντας μαζί του. Εκείνος τον κυνηγάει για να τον σκοτώσει και η αστυνομία τους συλλαμβάνει και τους δύο. Ο Ματό απελευθερώνεται και συναντιέται με την Τζελσομίνα που είναι μόνη και δυστυχισμένη. Της προτείνει να πάει μαζί του αλλά όταν διαπιστώνει ότι εκείνη δεν μπορεί να εγκαταλείψει τον Ζαμπανό, την παρηγορεί λέγοντάς της ότι ο Ζαμπανό την αγαπάει και την χρειάζεται αλλά δεν ξέρει πώς να το εκφράσει.
Ο Ζαμπανό απελευθερώνεται την επόμενη ημέρα και με την Τζελσομίνα, συνεχίζει την περιοδεία του...


Μια από τις πιο κλασικές ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Ο Φελίνι, έχοντας αναμίξει τις νεορεαλιστικές επιρροές του Ιταλικού κινηματογράφου της εποχής, με τα προσωπικά του στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν, δημιουργεί ένα μελόδραμα το οποίο κινείται στα πλαίσια του παραμυθιού και της χριστιανικής παραβολής.
Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν την ταινία ως την απαρχή του ωριμότερου έργου του μεγάλου Ιταλού σκηνοθέτη.
Η ιστορίας είναι πολύ απλοϊκή και η αφήγηση της γίνεται με απόλυτα γραμμικό τρόπο, περιγράφοντας των αγώνα για επιβίωση μερικών φτωχών ανθρώπων της μεταπολεμικής Ιταλίας. Άλλωστε, ο τίτλος «La Strada» σημαίνει δρόμος και αναφέρεται στην ζωή που κάνουν οι ήρωες ταξιδεύοντας διαρκώς από την μία πόλη στην άλλη.
Η μουσική του Nino Rota είναι για μια ακόμα φορά υπέροχη και μαζί με την εξίσου υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Otello Martelli, βοηθά στα μέγιστα την ατμόσφαιρα της εξαθλίωσης που περιγράφεται.


Οι ερμηνείες και των τριών πρωταγωνιστών είναι εξαιρετικές, δημιουργώντας τρεις χαρακτήρες διαχρονικούς που μοιάζουν με αρχετυπικά σύμβολα: η αφελής αλλά αφοσιωμένη Gelsomina (Giullietta Masina), o κτηνώδης Zampano (Antony Quinn) και ο  συμπονετικός και χαρωπός ακροβάτης  “Il matto” δηλαδή “Ο τρελός” (Richard Basehart).
Η Giullietta Masina, σύζυγος του σκηνοθέτη, ερμηνεύει τον ρόλο της με μοναδικό τρόπο, θυμίζοντας σε πολλές κινήσεις της και μορφασμούς της τον ανεπανάληπτο Charlie Chaplin.
Ο Antony Quinn, με την σκληρή και αγέρωχη φυσιογνωμία του, αποδεικνύεται ιδανικός για τον ρόλο του αγροίκου και άξεστου σαλτιμπάγκου, ενώ ο αμερικανός Richard Basehart, στον τρίτο και πιο μικρό ρόλο του “τρελού” είναι απλά υπέροχος.
Οι υπόλοιποι ηθοποιοί που εμφανίζονται στην ταινία είναι ερασιτέχνες, ακολουθώντας τα πρότυπα του Ιταλικού νεορεαλισμού που θέλει μόνο τους πρωταγωνιστές επαγγελματίες.  


Η προβολή της ταινίας στην Ιταλία προκάλεσε πλήθος αντιφατικών αντιδράσεων και σχολιασμών. Οι θρησκόληπτοι καθολικοί την εγκωμίασαν ερμηνεύοντας  την επιμονή της Τζελσομίνα να μην εγκαταλείπει τον βάναυσο Ζαμπανό ως απόδειξη της Θείας Χάριτος, ενώ οι αριστεροί κριτικοί κατηγόρησαν τον σκηνοθέτη για προδοσία του νεορεαλισμού και παράβλεψη των ιστορικών-κοινωνικών παραμέτρων καθώς οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες δεν αντιπροσώπευαν το κοινωνικό σύνολο.
Επίσης ο Φελίνι κατηγορήθηκε για μυστικισμό, αφού εκτός μερικών αινιγματικών σκηνών (όπως για παράδειγμα το άλογο που περνάει μόνο του μέσα στη νύχτα από τον δρόμο που η Τζελσομίνα περιμένει τον Ζαμπανό ή η σκηνή με τους τρεις μουσικούς που παίζουν στην ερημιά) εμφανή τέλος στην ταινία δεν υπάρχει και ο θεατής καλείται να βγάλει μόνος τα συμπεράσματά του.
Το «La Strada» αποτέλεσε την πρώτη διεθνή επιτυχία του Φελίνι, γνωρίζοντας τεράστια λαϊκή απήχηση παγκοσμίως.
Κέρδισε πολλά διεθνή βραβεία με σημαντικότερα τα εξής: Αργυρό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, Βραβείο BAFTA Καλύτερης ταινίας, Βραβείο BAFTA Καλύτερης ξένης ηθοποιού για την Giullietta Masina, Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και τέλος Βραβείο Καλύτερης ξένης ταινίας από την Ένωση Κριτικών Νέας Υόρκης.
Σήμερα η ταινία καταλαμβάνει μια θέση στο πάνθεον όχι μόνο του ιταλικού αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου, καθώς κατατάσσεται σε αρκετές λίστες με τις καλύτερες δημιουργίες όλων των εποχών.






8½ (1963)


Ελληνικός Τίτλος: Οκτώμιση
Κατηγορία: Δράμα, Φαντασίας
Σκηνοθεσία: Federico Fellini
Σενάριο: Federico Fellini, Ennio Flaiano
Πρωταγωνιστούν: Marcello Mastroianni, Anouk Aimée, Sandra Milo, Claudia Cardinale
Μουσική: Nino Rota
Φωτογραφία: Gianni Di Venanzo
Μοντάζ: Leo Cattozzo
Χώρα Παραγωγής: Ιταλία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 138 min


Το μεγάλο αυτοβιογραφικό αριστούργημά του Fellini που βασίζεται σε διάφορα περιστατικά του νεανικού και όχι μόνο βίου του. Ο ίδιος ο δημιουργός είχε τονίσει ότι πρόκειται για τη λιγότερο αυτοβιογραφική ταινία του. "Δημιούργησα ένα παραμύθι" είχε πει, "και δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα από αυτό που βλέπετε".
Ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται στον αριθμό των ταινιών του σκηνοθέτη, δεδομένου ότι μέχρι τότε είχε ήδη στο ενεργητικό του 6 ταινίες μεγάλου μήκους, συν 3 μικρού μήκους (από ½ η κάθε μία: 1½, 6+1½=7 ½) αυτή είναι η ταινία "8 ½".
Για πολλούς θεωρείται η καλύτερη ταινία του Ιταλικού κινηματογράφου και μία από τις δέκα καλύτερες όλων των εποχών, στην παγκόσμια ιστορία της 7ης τέχνης.


Ένας διάσημος Ιταλός σκηνοθέτης, ο Γκουίντο Ανσέλμι (Marcello Mastroianni), βρίσκεται σε απόγνωση καθώς προσπαθεί να ετοιμάσει τη νέα του ταινία, αλλά έχει χάσει την έμπνευσή του.
Ο  παραγωγός του (Guido Alberti) που έχει προχωρήσει ήδη σε σημαντικές επενδύσεις που αφορούν την ταινία τον πιέζει. Η πίεση που του εξασκείται από αυτή την κατάσταση, του δημιουργεί εφιάλτες κι έτσι ο Guido αποφασίζει να αποσυρθεί για λίγο σε μια κοντινή λουτρόπολη προκειμένου να ηρεμήσει και ν’ ασχοληθεί με την ταινία του. Εκεί καταφθάνει και η ερωμένη του Κάρλα (Sandra Milo), μια κοπέλα που τον κάνει να βαριέται με την αφέλεια και την επιπολαιότητα της, αλλά που συγχρόνως του εξάπτει την ερωτική φαντασία με την παιχνιδιάρικη ετοιμότητα της να ικανοποιήσει κάθε επιθυμία του.
Σε μια στιγμή απερισκεψίας και προσπαθώντας να την πείσει για το ενδιαφέρον του, ο Γκουίντο προσκαλεί στη λουτρόπολη και τη σύζυγο του Λουίζα (Anouk Aimee).
Μετά από αυτή την εξέλιξη ο σκηνοθέτης νιώθοντας ακόμα πιο πιεσμένος, αποτραβιέται από την πραγματικότητα μέσα σ’ ένα όνειρο, σκεπτόμενος υποσυνείδητα τα παιδικά του χρόνια, τους γονείς του και τις σχέσεις του με το γυναικείο φύλο. Κάπου ανάμεσα σε όλη αυτή τη νοσηρή φαντασίωσή του αποκαλύπτεται και η μούσα του (Claudia Cardinale). Μια πανέμορφη γυναικεία φιγούρα, ήρεμη και χαμογελαστή, προσπαθεί να τον πείσει ότι όλα θα πάνε καλά και εξαφανίζεται.  Αυτό το γεγονός μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την αγωνία του Γκουίντο...


Η ταινία είναι ένα σύνολο από εμπνευσμένα πλάνα σε άσπρο μαύρο φόντο, που καλούν το θεατή σε ένα ονειρικό ταξίδι πρωτότυπης καλλιτεχνικής φαντασίας και δημιουργικότητας.
Ο Ιταλός δημιουργός με χιούμορ, σουρεαλιστικές υπερβάσεις και ονειρικές ή ρεαλιστικές καταστάσεις, ανασύρει μνήμες και αποτυπώνει τους προβληματισμούς της δεκαετίας του ΄60, κάνοντας μια διατριβή των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλα όπως αυτή ερμηνεύεται από την πλευρά του αρσενικού, σατιρίζοντας ταυτόχρονα την πολιτική και τα διάφορα ζητήματα του καθολικισμού, παραδίδοντας έτσι στο κοινό, ένα φιλμ μοναδικής αισθητικής.
Οι γυναικείοι ρόλοι στο έργο είναι περισσότεροι και χωρίζονται πολύ ξεκάθαρα σε δύο ομάδες, στις μητέρες και στις πόρνες. Όλες τους είναι αινιγματικές, συνωμοτικές, μυστηριώδεις, απειλητικές αλλά ταυτόχρονα και φυσικές υπάρξεις.
Ο άνδρας παρουσιάζεται δυνατός αρρενωπός, δεσποτικός αλλά και συγχρόνως δέσμιος του ρόλου, που του επιβάλει το φύλο του.
Από τις πολλές διάσημες σκηνές της ταινίας, αξίζει να αναφέρουμε την αρχική σεκάνς κατά την οποία ο ήρωας βρίσκεται εγκλωβισμένος στο αυτοκίνητο του σε ένα φοβερό μποτιλιάρισμα, εκείνη με το χαρέμι που έχει αναλάβει την περιποίηση του Γκουίντο, το χορό της Σαραγκίνα, μιας υπέρβαρης πόρνης, την κατάβαση του πλήθους στα λουτρά και βέβαια το φινάλε, όπου όλοι οι συντελεστές χορεύουν γύρω από μια βάση εκτόξευσης πυραύλων.
Το πολυπληθές καστ εξαίρετο, με κορυφαίο στον πρωταγωνιστικό ρόλο τον Marcello Mastroianni, σε μια έξοχη ερμηνεία ως εκπρόσωπος του αρρενωπού και συνάμα εύθραυστου θύματος. Η Sandra Milo και η Anouk Aimee πολύ καλές, κρατούν άξια τους ρόλους των δύο γυναικών του Guido και βέβαια η γοητευτικότατη Claudia Cardinale στον ρόλο της μυστηριώδους ύπαρξης που καθοδηγεί νοερά τον Guido βυθίζοντάς τον πιο πολύ στην απελπισία του.
Η μουσική επένδυση του Nino Rota είναι υπέροχα απολαυστική και είναι ένα από τα βασικά μέσα που κρατούν τον ρυθμό της ταινίας. Επίσης κάποιες σκηνές ντύνουν ηχητικά αποσπάσματα από τις «Βαλκυρίες» του Wagner και τον «Κουρέα της Σεβίλλης» του Rossini.


Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις Ιταλικές κινηματογραφικές αίθουσες, στης 14 Φεβρουαρίου του 1963. Η υποδοχή της από το κοινό ήταν μεγάλη και απέσπασε πολύ καλές κριτικές. Το Απρίλιο της ίδιας χρονιάς προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών όπου και είχε σχεδόν καθολική αναγνώριση. Τιμήθηκε με το Μέγα Βραβείο του Φεστιβάλ της Μόσχας και ήταν υποψήφια για πέντε βραβεία Όσκαρ: Σκηνοθεσίας, Σεναρίου, Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, Κοστουμιών και Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας. Κατάφερε να τιμηθεί με δύο αγαλματίδια, αυτό των Κοστουμιών (Piero Gherardi) και αυτό της Καλύτερης Ξενόγλωσσης.
Το 1982, στο Broadway της Νέας Υόρκης, ανέβηκε με εξαιρετική επιτυχία το μιούζικαλ «Nine» που ήταν εμπνευσμένο από το 8 ½ του Fellini.
Το 2009, ο Rob Marshall, έκανε ένα είδους remake της ταινίας, το 9 (Nine). Βάζοντας στην θέση του Marcello Mastroianni τον Daniel Day-Lewis και πλαισιώνοντας τον με κορυφαίες ηθοποιούς όπως την Marion Cotillard, την Nicole Kindman, την Penélope Cruz και την Sophia Loren, προσπάθησε να αναβιώσει το 8 ½, αλλά τελικά δεν κατάφερε να ενθουσιάσει ιδιαίτερα το κινηματογραφόφιλο κοινό.







The Godfather (1972)


Ελληνικός Τίτλος: Ο Νονός
Κατηγορία: Έγκλημα, Δράμα
Σκηνοθεσία: Francis Ford Coppola
Σενάριο: Mario Puzo (μυθιστόρημα, σενάριο), Francis Ford Coppola
Πρωταγωνιστούν: Marlon Brando, Al Pacino, James Caan, Richard S. Castellano, Robert Duvall, Diane Keaton
Μουσική: Nino Rota
Φωτογραφία: Gordon Willis
Μοντάζ: William Reynolds, Peter Zinner
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 175 min


Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Mario Puzo, το οποίο εκδόθηκε το 1969. Τρία χρόνια αργότερα ο Αμερικάνος σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών Francis Ford Coppola, συνυπογράφοντας το σενάριο, μετέφερε την ιστορία αυτή στη μεγάλη οθόνη σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.
Η ιστορία της ταινίας αναφέρεται σε μια από τις πέντε μεγαλύτερες οικογένειες του οργανωμένου εγκλήματος στη Νέα Υόρκη. Μία ιταλοαμερικανική φαμίλια, η οποία δεσπόζει ανάμεσα στους ηγέτες του οργανωμένου εγκλήματος που καταδυναστεύουν την μεταπολεμική Αμερική. Αρχηγός της οικογένειας αυτής είναι ο Δον Κορλεόνε (Marlon Brando) ο οποίος έχει έναν γιο τον Μάϊκλ (Al Pacino) τον οποίο προορίζει για διάδοχό του. Εκείνος που μόλις έχει γυρίσει από τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο έχει άλλα σχέδια για το μέλλον του και θέλει να συνεχίσει μια κανονική ζωή. Τελικά όμως θ’ αλλάξει γνώμη και θα ηγηθεί της οικογένειας, μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του πατέρα του από αντίπαλη οικογένεια, με την οποία στη συνέχεια θα ξεκινήσει πόλεμο…


Το εκπληκτικό σενάριο, η φοβερή σκοτεινή φωτογραφία, οι καταπληκτικές ερμηνείες, τα υπέροχα σκηνικά, η αξεπέραστη μουσική επένδυση από τον Nino Rota, αλλά πάνω απ’ όλα η αριστουργηματική, συμπαγή σκηνοθεσία, συνθέτουν ένα αριστούργημα.
O Coppola καταθέτει μία κινηματογραφική γραφή που την χαρακτηρίζει η προσοχή στην λεπτομέρεια και η περίσσια φροντίδα. Οι κύριες σκηνές του έργου είναι τόσο δουλεμένες που παρουσιάζονται τέλειες ως προς το σύνολό τους, την διάρκεια τους και κυρίως την αποτελεσματικότητά τους.
Με αφηγηματικό τρόπο παρακολουθούμε την πορεία μίας οικογένειας μέσα στο χρόνο και τον αγώνα των μελών της προκειμένου να κρατηθεί αυτή η οικογένεια ενωμένη μέσα από ένα σωρό αντιξοότητες.
Με δεξιοτεχνικό τρόπο μας κάνει να γνωρίσουμε και να συμπαθήσουμε τους γκάνγκστερ, που στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από στυγνοί εγκληματίες.
Οι αναπόφευκτες σκηνές βίας περνούν μπροστά από τα μάτια μας με τελετουργικό τρόπο. Περισσότερο ξαφνιάζουν παρά σοκάρουν. Η σκηνή της απόπειρας δολοφονίας του Κορλεόνε, η σκηνή του νοσοκομείου, η σκηνή του θανάτου του Σόννυ, οι σκηνή του γάμου στην Σικελία και η σκηνή της βάπτισης είναι μερικές από αυτές. Όλες είναι προσεκτικά σχεδιασμένες, τέλεια γυρισμένες και η κάθε μία εισάγει καινούρια στοιχεία στον κινηματογραφικό τρόπο απόδοσης της βίας.
O Coppola καταφέρνει μέσα σε ένα άψογα σκηνοθετημένο περιβάλλον, με μια ατμόσφαιρα εκπληκτική, να μας μεταφέρει επιτυχώς το κλίμα, τη νοοτροπία και όλες τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στις οικογένειες της ιταλικής μαφίας.


Το καστ της ταινίας κάτι παραπάνω από θρυλικό, από τα πιο συζητημένα και ολοκληρωμένα όλων των εποχών. Ο Coppola στην κυριολεξία έδωσε μεγάλο αγώνα για να πείσει την Paramount ότι οι ηθοποιοί που πρότεινε ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να δώσουν ζωή στους χαρακτήρες του βιβλίου. Τελικά ο Coppola κατάφερε και εξασφάλισε τους ηθοποιούς που είχε φανταστεί για την ενσάρκωση των ηρώων του και σίγουρα το τελικό αποτέλεσμα έκανε τους υπεύθυνους της εταιρίας να αναθεωρήσουν την γνώμη τους.
Ο Marlon Brando στον ρόλο του πατέρα-αφέντη της φαμίλιας, ενσάρκωσε τον Κορλεόνε με ένα εντελώς προσωπικό τρόπο και μακριά από κάθε ισχύον στερεότυπο. Έναν τρόπο που προσπάθησαν να μιμηθούν πολλοί στο μέλλον ή που έστω, προσπάθησαν να υιοθετήσουν κάποια από τα στοιχεία του. Το βλέμμα του και η εκφραστικότητά του στάθηκαν αρκετά για να χτίσουν έναν πραγματικό μύθο.
Ο Al Pacino σ’ αυτήν την ταινία ερμηνεύει ίσως τον πιο καθοριστικό και πιο ολοκληρωμένο ρόλο της μεγάλης του καριέρας. Ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται μπροστά στην κάμερα κατά την σταδιακή μεταμόρφωση του από έναν απλό, ιδεαλιστή νέο, σ’ ένα σκληρό διάδοχο της μεγάλης φαμίλιας είναι εκπληκτικός. Ίσως και να μην υπάρχει άλλος ηθοποιός που θα μπορούσε να αποδώσει τόσο άψογα αυτόν τον πολύ δύσκολο ρόλο. Ένας ονειρεμένος Pacino, ο οποίος ξεκίνησε τότε να χτίζει το όνομα που απέκτησε στις επόμενες δεκαετίες, ένας Pacino σε μια ερμηνεία που έδειξε ότι ξέρει να διαχειρίζεται στο έπακρον τα τεράστια υποκριτικά του προσόντα.
Εξαιρετικοί επίσης είναι στους ρόλους τους και ο James Caan με τον Robert Duvall, καθώς και η Diane Keaton στο ρόλο της συζύγου του Μάϊκλ Κορλεόνε, που είναι και η μοναδική εμφανή γυναικεία παρουσία, μέσα σε αυτό το ανδροκρατούμενο έπος.


Συνολικά η ταινία απέσπασε 3 βραβεία Oscar, αυτό της Καλύτερης Ταινίας, του Πρώτου Αντρικού Ρόλου και Καλύτερου Σεναρίου.
Επίσης κέρδισε 5 χρυσές σφαίρες (καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερης δραματικής ταινίας, καλύτερου πρωταγωνιστή σε δραματική ταινία, καλύτερης μουσικής και καλύτερου σεναρίου).
Ο συνθέτης Nino Rota τιμήθηκε με το βραβείο Γκράμμι καλύτερης μουσικής.
Ο συνολικός αριθμός όλων των βραβείων που κέρδισε "Ο Νονός" ξεπερνάει τα είκοσι.
Η διάρκεια της ταινίας πλησιάζει τις 3 ώρες (175 λεπτά) και η πρώτη προβολή έγινε στους αμερικάνικους κινηματογράφους στις 15 Μαρτίου του 1972 από την Paramaount Pictures με κόστος περίπου τα 6,5 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Από τότε ως σήμερα οι συνολικές εισπράξεις τις ταινίας αγγίζουν τα 250 εκατομμύρια! Αναμφισβήτητα μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες, μια ταινία πραγματικός σταθμός στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.








The Godfather: Part II (1974)


Ελληνικός Τίτλος: Ο Νονός, Μέρος 2ο
Κατηγορία: Έγκλημα, Δράμα
Σκηνοθεσία: Francis Ford Coppola
Σενάριο: Francis Ford Coppola, Mario Puzo
Πρωταγωνιστούν: Al Pacino, Robert Duvall, Diane Keaton, Robert De Niro, John Cazale, Talia Shire
Μουσική: Nino Rota, Carmine Coppola
Φωτογραφία: Gordon Willis
Μοντάζ: Barry Malkin, Richard Marks, Peter Zinner
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 200 min


Δύο χρόνια μετά το "The Godfather" ο Coppola επιστρέφει με την συνέχεια της ιστορίας της θρυλικής οικογένειας των Κορλεόνε, σε ένα από τα αναμφίβολα καλύτερα sequel όλων των εποχών στην ιστορία της 7ης τέχνης. Ένα sequel που δεν το αντιμετώπισε απλά σαν μια ταινία εκμετάλλευσης της πρώτης, αλλά σαν ένα νέο δημιούργημα που γεννιέται μέσα από τα σπλάχνα του πρώτου.


Ταξιδεύοντας στο χώρο και στον χρόνο, ο μεγάλος δημιουργός σε συνεργασία με τον συγγραφέα του ομώνυμου best seller, Mario Puzo, καταφεύγει σ’ ένα ασύνηθες και ταυτόχρονα, επικίνδυνο σκηνοθετικό τόλμημα: διαχειρίζεται δύο διαφορετικές, πολυσύνθετες και ασύνδετες ιστορίες, που τρέχουν σε διαφορετικό χώρο και χρόνο και τις «αναγκάζει» να συναντηθούν στο τέλος της ταινίας σε μια κοινή πορεία.
Η πρώτη ιστορία παρουσιάζει τις περιπέτειες του νεαρού Vito Corleone, τα πρώτα του βήματα στη Σικελία, τις πρώτες του μικροπαρανομίες, το ταπεινό ξεκίνημά του στην πόλη της Νέας Υόρκης και την άνοδό του στα υψηλότερα κλιμάκια του οργανωμένου εγκλήματος.
Στο άλλο άκρο, ο γιος του Vito ο Michael Corleone, διάδoχoς της αυτoκρατoρίας, προσπαθεί να επεκτείνει την οικογενειακή επιχείρηση στην Κούβα και το Las Vegas. Στην προσπάθειά του αυτή απoκτά όλo και περισσότερoυς εχθρoύς, πέφτει στα μάτια των συνεργατών του και χάνει την εκτίμηση των οικείων του, οδηγώντας την οικογένεια σε παρακμή...


Όπως και στον πρώτο "Νονό" ο Coppola σκηνοθετεί μοναδικά, τονίζοντας και αναδεικνύοντας πάνω απ’ όλα το ανθρώπινο στοιχείο. Ψυχογραφεί αναλυτικά τους χαρακτήρες, ακολουθεί τα βήματα των ηρώων του και δίνει εξηγήσεις για τις πράξεις και τα έργα τους, μέσα από την λογική που διακατέχει τον δικό τους κόσμο.
Πολλά από τα μέλη που απαρτίζουν το εξαιρετικό καστ, τα έχουμε ήδη συναντήσει στο πρώτο μέρος.
Ξανασυναντάμε τον Al Pacino στον ρόλο που τον γνωρίσαμε ήδη, αυτόν του διαδόχου της αυτοκρατορίας. Ένας ρόλος που ο πολυτάλαντος ηθοποιός τον υποστήριξε με μια εκπληκτική ερμηνεία, κλείνοντας τα στόματα όσων αρχικά είχαν αντίθετη άποψη.
Στο πλευρό του βρίσκονται για άλλη μια φορά, οι πολύ καλοί Robert Duvall και Diane Keaton, συνεχίζοντας ότι είχαν αφήσει ανεκπλήρωτο στο "The Godfather".
Στο ρόλο του νεαρού αυτή τη φορά Vito Corleone -που στο πρώτο μέρος της ταινίας είχε ερμηνεύσει καταπληκτικά ο Marlon Brando- βρίσκεται ο Robert De Niro. Ο De Niro με μια στιβαρή και δυναμική ερμηνεία κλέβει την παράσταση, αφού όπως αποδεικνύεται έχει μελετήσει πολύ καλά τον ρόλο του και υποδύεται τον χαρακτήρα του Vito, όπως ακριβώς τον είχε πλάσει στα μάτια μας ο Marlon Brando. Γι’ αυτήν την τόσο ολοκληρωμένη ερμηνεία του άλλωστε, απέσπασε και το Όσκαρ Β’ Ανδρικού ρόλου.


Το "The Godfather: Part II" προτάθηκε για έντεκα βραβεία Όσκαρ και απέσπασε τα έξι, αποτελώντας έτσι την μοναδική περίπτωση κατά την οποία μια κιvηματoγραφική συvέχεια κερδίζει περισσότερα Όσκαρ από όσα είχε κερδίσει η πρώτη ταινία (το πρώτο "Godfather" είχε κερδίσει τρία).
Τα βραβεία που απέσπασε είναι: Όσκαρ Καλύτερης Ταιvίας, Σκηvoθεσίας (Francis Ford Coppola), Σεvαρίoυ (Francis Ford Coppola, Mario Puzo), Μoυσικής (Nino Rota, Carmine Coppola), Καλλιτεχvικής Διεύθυvσης (Dean Tavoularis, Angelo Graham) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Robert De Niro).
Επίσης τιμήθηκε με ένα βραβείο BAFTA (Α’ Ανδρικός Ρόλος - Al Pacino) και ήταν υποψήφια για πέντε Χρυσές Σφαίρες.
Η προβολή της έγινε για πρώτη φορά στις Αμερικάνικες κινηματογραφικές αίθουσες της Νέας Υόρκης στις 12 Δεκεμβρίου του 1974 από την Paramount Pictures.
Το κόστος παραγωγής της ταινίας ήταν 13 εκατομμύρια δολάρια και ως σήμερα οι συνολικές εισπράξεις της φτάνουν περίπου τα 200 εκατομμύρια.