La haine (1995)



Ελληνικός Τίτλος: Το Μίσος
Κατηγορία: Δράμα, Έγκλημα
Σκηνοθεσία: Mathieu Kassovitz
Σενάριο: Mathieu Kassovitz
Πρωταγωνιστούν: Vincent Cassel, Hubert Koundé, Saïd Taghmaoui
Μουσική: Assassin
Φωτογραφία: Pierre Aïm
Μοντάζ: Mathieu Kassovitz, Scott Stevenson
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 98 min


Πρόκειται για ένα κοινωνικοπολιτικό δράμα που αφηγείται μια μέρα από την ζωή τριών νεαρών φίλων, παιδιά φτωχών μεταναστών, που κατοικούν σε ένα υποβαθμισμένο οικοδομικό συγκρότημα, στα προάστια του Παρισιού. Το κοινό στοιχείο που ενώνει τα μέλη της παρέας, παρά τη διαφορετική τους εθνική προέλευση, είναι ο κοινός τρόπος ζωής και η συνείδηση της κοινωνικής τους ταυτότητας: είναι νέοι, άνεργοι, βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό, το ρατσισμό, την απόρριψη και δεν ελπίζουν σε τίποτα.
Οι τρεις φίλοι είναι ο εβραίος Vince, ο αφρικανικής καταγωγής Hubert και ο άραβας Saïd. Οι τρεις τους έχουν τελείως διαφορετικούς χαρακτήρες και ο καθένας τους αποτελεί και μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Ο Vince είναι ο πιο ευέξαπτος της παρέας. Τρέφει ένα παθητικό μίσος για τους αστυνομικούς και βαθύτερα, για όλη την κοινωνία. Βρίζει και μπλέκεται συνεχώς σε καυγάδες αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Ο Hubert είναι πιο λογικός, συγκρατημένος αλλά και αυτός αγανακτισμένος από το σύστημα. Είναι μποξέρ και μικροέμπορος ναρκωτικών. Θέλει να φύγει μακριά από αυτό τον άσχημο και βίαιο κόσμο χωρίς όμως να έχει τα μέσα να το πράξει. Ο Saïd βρίσκεται, στο κέντρο των απόψεων των δυο φίλων του σε σχέση με την παρούσα στιγμή της ζωή τους. Αν και θέλει να δείχνει επαναστάτης και η ψυχή της παρέας στην πραγματικότητα είναι πιο ήρεμος και λειτουργεί πάντα σαν τη φωνή της συμφιλίωσης ανάμεσα στους άλλους δύο της παρέας κατεβάζοντας τους τόνους, όταν αυτό απαιτείται.
Η ιστορία ξεκινά μετά από μια νύχτα εκτεταμένων επεισοδίων που έγιναν μεταξύ της αστυνομίας και νεαρών ταραχοποιών στα προάστια της πόλης. Κατά την διάρκεια των συμπλοκών ένας κοινός φίλος των πρωταγωνιστών, ο Abdel, πέφτει θύμα της αστυνομικής βίας και βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο.
Την ίδια νύχτα ο Vince, βρίσκει ένα περίστροφο το οποίο όπως μαθαίνει την επομένη, το έχασε ένας αστυνομικός κατά τη διάρκεια των ταραχών. Ο οργισμένος νέος, παρά τις παροτρύνσεις των άλλων δύο φίλων του για το αντίθετο, ορκίζεται ότι σε περίπτωση που ο Abdel πεθάνει, θα πάρει εκδίκηση σκοτώνοντας με το όπλο αυτό έναν αστυνομικό...


Η ταινία αποτελεί μια απεικόνιση της σύγχρονης κοινωνίας και των ότι συμβαίνει  στις υποβαθμισμένες περιοχές των μεγάλων αστικών κέντρων. Βέβαια εδώ τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στην Γαλλία και πιο συγκεκριμένα στο Παρίσι, θα μπορούσαν όμως κάλλιστα να συμβαίνουν σε οποιαδήποτε μεγαλούπολη του σύγχρονου-προηγμένου κόσμου.
Με πολύ ρεαλιστικό τρόπο, η κάμερα του εικοσιεπτάχρονου τότε Mathieu Kassovitz, μας παρουσιάζει την τεταμένη κατάσταση που επικρατεί μεταξύ της αστυνομίας και της νεολαίας, είτε αυτή αποτελείται από ταραχοποιούς είτε όχι, είτε πρόκειται για αλλοδαπούς είτε γηγενείς.
Ο νεαρός σκηνοθέτης τα βάζει με το σύστημα και σχολιάζει χωρίς κανέναν φραγμό, την κατάχρηση εξουσίας που ασκούν απροκάλυπτα τα εξουσιοδοτημένα όργανά της τάξης πάνω σε όσους θεωρούν “παρακατιανούς”, “περιθωριακούς”, “παρείσακτους”. Με αυτό τον τρόπο ο Kassovitz ρίχνει την ευθύνη στους αστυνομικούς, για την αρχή του κύκλου της βίας, του μίσους και της αναπόφευκτης αύξησης της εγκληματικότητας.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σκηνή του άνευ λόγου βασανισμού των δύο νεαρών κρατουμένων, μετά την σύλληψή τους στους δρόμους του Παρισιού. Βέβαια υπάρχει και ο αντίποδας καθώς, η ταινία δεν μας προβάλλει μόνο τους “κακούς μπάτσους” αλλά και αυτούς που είναι λιγότερο προκατειλημμένοι και προσπαθούν να κρατήσουν με όποιον τρόπο μπορούν, τις ισορροπίες.
Άλλο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι η ανάδειξη της τεράστιας κοινωνικής απόστασης που χωρίζει την πρωτεύουσα από τα προάστια και αυτό αποτυπώνεται, τόσο στο αφηγηματικό όσο και στο οπτικό επίπεδο της ταινίας: Ο τρόπος ζωής των τριών φίλων έρχεται σε αντιπαράθεση με τον τρόπο ζωής των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων της Γαλλικής πρωτεύουσας και αυτό φαίνεται στο χώρο της γκαλερί, την οποία επισκέπτονται οι τρεις νεαροί, αφότου έχουν χάσει το τελευταίο τρένο για την επιστροφή, εξ αιτίας της σύλληψής τους. Όλη η συμπεριφορά τους εκεί φαντάζει άτοπη και αταίριαστη με τον συγκεκριμένο χώρο και γι’ αυτό και αποβάλλονται αμέσως ως ανεπιθύμητοι. Σε οπτικό επίπεδο, το κύριο σκηνικό της ταινίας, αν και σχεδόν για το μισό της διάρκειά της αφηγείται γεγονότα που διαδραματίζονται στο κέντρο του Παρισιού, δεν είναι τα αξιοθέατα της Γαλλικής πρωτεύουσας, αλλά οι ρεαλιστικές εικόνες από το γκέτο όπου ζουν οι περιθωριακοί αντιήρωες. Ο πύργος του Άιφελ, το σύμβολο του γαλλικού έθνους, δεν εμφανίζεται παρά μόνο σε ένα γρήγορο πλάνο, κατά το οποίο μάλιστα, σβήνουν τα φώτα του.


Η ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας είναι καταπληκτική και τονίζει με τον καλύτερο τρόπο την απαισιοδοξία των ηρώων για το αβέβαιο μέλλον τους. Εξίσου καλή δουλειά έχει γίνει και στο μοντάζ.
Ο τρόπος κινηματογράφησης θυμίζει έντονα ντοκιμαντέρ και με έναν πραγματικά ξέφρενο
ρυθμό, παρακολουθεί βήμα προς βήμα την ζωή και τις πράξεις των τριών νεαρών για κάτι λιγότερο από 20 ώρες.
Η όλη εικόνα είναι ντυμένη από μια άκρως επιθετική μουσική υπόκρουση που παρασέρνει τον θεατή και τον υποχρεώνει να γίνεται σχεδόν ένα, με την παρέα των οργισμένων πρωταγωνιστών, των οποίων οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές.


Η ταινία ξεκινά με την αφήγηση για έναν άνθρωπο που πέφτει από ένα ψηλό κτήριο και καθώς πέφτει επαναλαμβάνει «Μέχρι εδώ καλά, μέχρι εδώ καλά...» όταν ξαφνικά μια βόμβα μολότοφ εκρήγνυται πάνω στη γη. Όταν ερωτήθηκε ο σκηνοθέτης γι’ αυτήν την σκηνή απάντησε ότι «το σημαντικό δεν είναι η πτώση, αλλά η προσγείωση», υπονοώντας μάλλον, το κατρακύλισμα της σύγχρονης κοινωνίας και την κατάληξη. Επίσης σε μια άλλη του δήλωση ο Mathieu Kassovitz, αναφερόμενος στο “La haine” είχε πει: «Αυτή είναι μια ταινία ενάντια στους μπάτσους και θέλω να εκληφθεί ως τέτοια».
Το φιλμ έκανε πρεμιέρα τον Μάιο του 1995 στο Φεστιβάλ Καννών, όπου και κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές . Επίσης τιμήθηκε με τέσσερα βραβεία César, είχε πλήθος ακόμη διακρίσεων, ενώ σημείωσε και εμπορική επιτυχία.
Υπήρξε η δεύτερη δημιουργία του Mathieu Kassovitz και ήταν η ταινία που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση