Της Κακομοίρας (1963)


Κατηγορία: Κωμωδία
Σκηνοθεσία: Ντίνος Κατσουρίδης
Σενάριο: Χρήστος & Γιώργος Γιαννακόπουλος (αρχικό σενάριο), Ντίνος Κατσουρίδης (κινηματογραφική προσαρμογή σεναρίου)
Πρωταγωνιστούν: Κώστας Χατζηχρήστος, Κώστας Δούκας, Νίκος Ρίζος, Ντίνα Τριάντη, Μαρίκα Νέζερ, Νίκος Φέρμας
Μουσική: Γιώργος Μουζάκης
Φωτογραφία: Κώστας Φιλίππου
Μοντάζ: Λεωνίδας Αντωνάκης
Χώρα Παραγωγής: Ελλάδα
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 80 min


Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Χρήστου και Γιώργου Γιαννακόπουλου και είναι μια από τις πιο γνώστες, διαχρονικές και πετυχημένες κωμωδίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου.
Η θεατρική παράσταση σατίριζε τη νοοτροπία του φτωχού και παμπόνηρου Έλληνα επαρχιώτη, που προσπαθεί με κουτοπονηριές και κόλπα να κερδίσει εις βάρος των άλλων για να πετύχει τους σκοπούς του, χωρίς όμως να υπολογίζει τα σχέδια της ζωής και τις πράξεις των συνανθρώπων του, πέφτοντας τελικά ο ίδιος θύμα των επιλογών του και της αφέλειάς του.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κινήθηκε και ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος Ντίνος Κατσουρίδης όταν αποφάσισε να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη τις περιπέτειες του Ζήκου.


Ο Ζήκος είναι ένας επαρχιώτης από το Καρπενήσι, που δουλεύει υπάλληλος στο μπακάλικο του κυρ Παντελή. Δείχνει ότι είναι ένας παμπόνηρος και θρασύς χωριάτης αλλά κατά βάθος είναι ένα καλοκάγαθο ανθρωπάκι. Του αρέσει μια όμορφη γειτονοπούλα, η Φιφίκα. Η Φιφίκα θέλοντας να παίξει μαζί του, προσποιείται ότι ανταποκρίνεται. Ο αφελής Ζήκος, ερωτευμένος στο φουλ, ονειροβατεί και πετάει στα σύννεφα.
Ο κυρ Παντελής, αν και προχωρημένης ηλικίας, θέλει για λογαριασμό του τη νεαρή φίλη της Φιφίκας, την Λίτσα. Ο Ζήκος τον κοροϊδεύει για την επιλογή του, αλλά αυτός δεν πτοείται. Για να πετύχει τον στόχο του βάζει την κυρά Δέσποινα, την προξενήτρα της γειτονιάς, να τακτοποιήσει την υπόθεση και να τη ζητήσει από τον πατέρα της. Έτσι ο κυρ Παντελής έρχεται σε συνεννόηση με τον πατέρα της Λίτσας, εν αγνοία της ίδιας, αποφασίζοντας να ανακοινώσουν στη νεαρή κοπέλα την ημέρα των γενεθλίων της, τους επικείμενους αρραβώνες.
Όμως τα πράγματα ανατρέπονται, καταστρέφοντας τα σχέδια του Ζήκου και του κυρ Παντελή, όταν κάνουν την εμφάνισή τους δύο άλλοι υποψήφιοι γαμπροί, οι αγαπημένοι των κοριτσιών...


Το σενάριο είναι απλούστατο και υποτυπώδες, σχεδόν προσχηματικό.
Οι σινεφίλ θα ήταν καλύτερα να μην ψάξουν σε αυτήν την ταινία για ιδιαιτερότητες και για πρωτοτυπίες. Τα πάντα εδώ είναι απλά και λιτά.
Αυτό που δεν είναι απλό και λιτό, και είναι μάλιστα ο λόγος που η ταινία αγαπήθηκε τόσο πολύ από το κοινό και σήμερα κατατάσσεται σε μία από τις καλύτερες κωμωδίες του εγχώριου κινηματογράφου, είναι η επιλογή των ηθοποιών για τους κεντρικούς ρόλους και οι εξαιρετικές ερμηνείες αυτών, σίγουρα υπό την ιδιοφυή καθοδήγηση του δημιουργού Ντίνου Κατσουρίδη, που στηρίζεται σε μια αντιφατική ισορροπία για να ενισχύσει το κωμικό στοιχείο. Οι βασικοί χαρακτήρες του συντηρούν και υποστηρίζουν για τον εαυτό τους μια εικόνα εντελώς αντίθετη από αυτό που πραγματικά είναι και από αυτό που εισπράττουν οι γύρω τους και οι θεατές.
Ο Κώστας Χατζηχρήστος, ίσως στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, υπερκινητικότατος και απολαυστικότατος, θεωρεί τον εαυτό του «τσακάλι», άνθρωπο πανέξυπνο και γοητευτικό που μπορεί να σαγηνεύει όλες τις γυναίκες, επιλέγοντας αυτός ποια θα γίνει η εκλεκτή της καρδιάς του.
Από την άλλη, ο βραχύσωμος Νίκος Ρίζος, στον ρόλο του βαρύ και ασήκωτου μάγκα, περνιέται για «γίγαντας» έτοιμος να τα βάλει με όλους και με όλα αν χρειαστεί, για οποιαδήποτε αφορμή και αιτία, σοβαρή ή όχι.
Στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του ο εξηνταοκτάχρονος τότε Κώστας Δούκας, ερμηνεύει τον κυρ Παντελή, τον ηλικιωμένο παντοπώλη που νομίζει ότι με τα λεφτά του μπορεί να αγοράσει τα πάντα και τους πάντες και ορέγεται την κατά πολύ νεότερή του Λίτσα (Ντίνα Τριάντη).
Υπέροχοι είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί που συμπληρώνουν το καστ, με εξέχοντες την Μαρίκα Νέζερ στο ρόλο της προξενήτρας, και τον Νίκο Φέρμα, στο ρόλο του πατέρα της Λίτσας.


Στα συν είναι και η όμορφη και ταιριαστή μουσική του Γιώργου Μουζάκη, αλλά το μεγάλο ατού της ταινίας είναι οι σπαρταριστές ατάκες που ακούγονται ακατάπαυστα καθ’ όλη την διάρκεια της, ειδικά από τα χείλη του Κώστα Χατζηχρήστου, και είναι σχεδόν βέβαιο πως σε πολλά σημεία ο εξαίρετος ηθοποιός, ξεφεύγει κατά πολύ από το σενάριο και αυτοσχεδιάζει.
Πολλές από αυτές τις ατάκες είναι αξιομνημόνευτες, σκέτα φραστικά μαργαριτάρια που στην κυριολεξία κατακρεουργούν την ελληνική γλώσσα:
  • «Σας μερσώ μαντάμ, ορεντουβάρ»
  • «Στο λέει ο Ζήκος και να το ‘χεις υπό την υποψία σου»
  • «Ψυχραμένοι είστε; Βλέπω μια ελαφρά ψυχρασία μεταξύ σας, πότε ψυχραστήκατε;»
  • «Για κάνε πως χτυπάς, και αν δεν πάω στο υπουργείο υγρασίας να το αναφέρω γράψε μου»
  • Κώστας Χατζηχρήστος: «...και με κρατάς και τον Ίκα! Ποιος είν' αυτός ο Ίκας;» Κώστας Δούκας: «Αυτό όλοι το πληρώνουν!» Κώστας Χατζηχρήστος: «Δεν το πληρώνω εγώ! Δε με φτάνει που δε με πληρώνεις, μου κρατάς και τον Ίκα! Και μου λες όλο υπομονή Ζήκο θ' αρρωστήσεις! Πότε θ' αρρωστήσω εγώ;»
  • Νίκος Φέρμας: «Απορώ ρε Παντελή, πως τον ανέχεσαι τόσον καιρό!» (εννοεί τον Χατζηχρήστο) Κώστας Δούκας: «Τον βλέπεις τελευταία που έχει αδυνατίσει; Κάθε βράδυ στο φαΐ του τού βάζω από λίγο παραθείο!» Κώστας Χατζηχρήστος (βρίσκεται λίγο παραδίπλα): «Να μου κάνεις τη χάρη! Το άκουσα τι είπες, μου έβρισες το θείο!»


Η ταινία προβλήθηκε πρώτη φορά στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 18 Ιουνίου του 1963. Εισπρακτικά τα πήγε αρκετά καλά αφού έκοψε κατά την πρώτη της προβολή στην περιοχή Αθηνών - Πειραιώς και προαστίων 201.008 εισιτήρια και κατετάγη στην 26η θέση έναντι των 92 ταινιών αυτής της σεζόν.
Έλαβε μέρος στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της ίδιας χρονιάς, χωρίς όμως να καταφέρει να αποσπάσει κάποιο βραβείο.
Ο ίδιος ο Κώστας Χατζηχρήστος που ενσαρκώνει τη φιγούρα του Ζήκου, είχε ξεχωρίσει αυτή την ταινία ανάμεσα στις τόσες άλλες που είχε πρωταγωνιστήσει, χαρακτηρίζοντάς την ως την καλύτερη ταινία της καριέρας του και ως αυτή που τον καθιέρωσε στον κινηματογράφο.
Εδώ και αρκετά χρόνια τα κανάλια της ελληνικής τηλεόρασης την προβάλλουν συνεχώς (σημειώνοντας πάντα υψηλή τηλεθέαση) κι έτσι η ταινία έγινε γνωστή και αγαπητή στο σύγχρονο νεανικό κοινό. Όσο για τον πρωτότυπο τίτλο της, μάλλον τείνει να ξεχαστεί, καθώς οι περισσότεροι την αναφέρουν με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Μπακαλόγατος» εννοώντας βέβαια τον αείμνηστο Κώστα Χατζηχρήστο που και αυτουνού το όνομα, έχει γίνει πλέον συνώνυμο με το «Ζήκος».
Η ταινία επεξεργάστηκε στα WEST WING STUDIOS inc. στη Φλόριντα και επανακυκλοφόρησε έγχρωμη το 2017.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας σχετικά με αυτήν την ανάρτηση