Στο ιστολόγιο αυτό θα βρείτε πληροφορίες και διάφορα σχόλια για πολλές από τις πιο σημαντικές δημιουργίες του παγκόσμιου και του εγχώριου κινηματογράφου.
Βέβαια το αν μια ταινία είναι "αριστούργημα" ή απλώς "καλή" ή ακόμη και "αδιάφορη" είναι κάτι τελείως υποκειμενικό. Μπορεί μια δημιουργία που για έναν "φανατικό σινεφίλ" θεωρείται "αριστούργημα", για έναν "κοινό θεατή" που αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο μόνο σαν μέσο διασκέδασης και τίποτα άλλο, να αντιμετωπιστεί ως κάτι "ξένο" και "απωθητικό" ή και το αντίστροφο. Γι' αυτό λοιπόν το λόγο, δεν θα αρκεστώ να παρουσιάσω ταινίες που αρέσουν σε μένα ή ταινίες που έχουν επαινέσει κατά καιρούς οι "ειδικοί" του χώρου, αλλά θα παρουσιάσω και δημιουργίες που μπορεί οι ειδικοί να τις έχουν κατατάξει χαμηλά στις διάφορες και ποικίλες λίστες με τις καλύτερες, αλλά για κάποιο λόγο είχαν απήχηση στο ευρύ κοινό την εποχή που κυκλοφόρησαν, σημειώνοντας εισπρακτική επιτυχία ή για κάποιο λόγο, έχουν αφήσει το "στίγμα" τους.
Δεν επιχειρώ να κάνω κριτική των ταινιών καθότι δεν είμαι αρμόδιος, οι σχολιασμοί και οι κριτικές που αναφέρονται έχουν γίνει από άλλα πρόσωπα. Εγώ απλά προσπάθησα να κάνω μια εμπεριστατωμένη παρουσίαση, με όσο πιο λιτά και κατανοητά λόγια είναι δυνατόν αυτό να γίνει.
Όλες οι πληροφορίες έχουν σαν πηγή το διαδίκτυο. Η αναφορά των πηγών για κάθε άρθρο δεν κρίνεται απαραίτητη, καθώς οι πηγές είναι πάμπολλες και σε καμία περίπτωση δεν έχει εφαρμοστεί το copy-paste χωρίς επεξεργασία (διαφορετική διατύπωση, εμπλουτισμός κειμένου με περισσότερα στοιχεία ή αφαίρεση περιττών λεπτομερειών, προσθήκη δικών μου σχολίων από την εμπειρία μου σαν ένας απλός θεατής κ.λ.π). Βασικές πηγές μου είναι το IMDb, η Wikipedia και πολλά ελληνικά αλλά και ξένα sites και blogs.
Σε κάθε ανάρτηση υπάρχει σύνδεσμος που σας οδηγεί στην αντίστοιχη σελίδα της αναφερόμενης ταινίας στο IMDb.
Επίσης, στο τέλος κάθε παρουσίασης υπάρχει η δυνατότητα να αξιολογήσετε με τα δικά σας κριτήρια, την αντίστοιχη ταινία. Η αξιολόγηση είναι από το 1 έως το 5, όπου: 1: Κακή (Awful) 2: Αδιάφορη (Poor) 3: Μέτρια (Average) 4: Καλή (Good) 5: Αριστούργημα (Excellent)
Ένα μεγάλο συγγνώμη για τυχόν λάθη ή παραλείψεις. Έχει γίνει ότι είναι δυνατόν για το καλύτερο αποτέλεσμα. Δεκτή κάθε επισήμανση και κάθε σχόλιο...
Ο αστυνομικός ντετέκτιβ Nick Curran (MichaelDouglas), αναλαμβάνει να διαλευκάνει
την δολοφονία ενός πρώην μεγάλου αστέρα της ροκ, του Johnny Boz. Ο άτυχος
άντρας βρέθηκε άγρια δολοφονημένος, δεμένος στο κρεβάτι του σπιτιού του, με πολλά
τραύματα στο κορμί από έναν παγοκόφτη, κατά την διάρκεια σεξουαλικής επαφής.
Οι έρευνες του Nick, με την βοήθεια του βοηθού του Gus (GeorgeDzundza), στρέφονται προς την
Catherine Tramell (SharonStone),
μία αινιγματική και άκρως αισθησιακή, επιτυχημένη συγγραφέα αστυνομικών
μυθιστορημάτων, αφού αυτή ήταν η τελευταία που είδε το θύμα ζωντανό. Επίσης οι
δύο αστυνομικοί ανακαλύπτουν ότι η Tramell, στο τελευταίο της βιβλίο, γράφει
για τον θάνατο ενός ροκ σταρ, που δολοφονείται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που
δολοφονήθηκε και ο Johnny Boz. Το γεγονός αυτό της δίνει ένα ισχυρό άλλοθι,
αφού κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα περιέγραφε σ’ ένα βιβλίο του ένα φόνο και
λίγο καιρό μετά, θα σκότωνε κάποιον με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Όμως, παρά το γεγονός αυτό και καθώς οι δύο
ντετέκτιβ συνεχίζουν τις έρευνες, είναι σχεδόν πεπεισμένοι ότι ο δολοφόνος
είναι η Tramell. Δεν έχουν όμως κανένα στοιχείο εναντίον της.
Εν τω μεταξύ ο Curran, βρίσκεται σε επιτήρηση από το τμήμα
των Εσωτερικών Υποθέσεων, καθώς στο παρελθόν, κατά την διάρκεια μιας
καταδίωξης, είχε σκοτώσει άθελά του δύο αθώους πολίτες. Το γεγονός αυτό, μεταξύ
άλλων, ώθησε τον ντεντέκτιβ στον αλκοολισμό.
Υπεύθυνη γι’ αυτήν την επιτήρηση, είναι η ψυχίατρος της
αστυνομίας, Dr. Beth Garner (JeanneTripplehorn),
η οποία έχει πλέον κρίνει ότι ο ασθενής της είναι εντελώς καλά, καθώς βρίσκεται
και σε πλήρη απεξάρτηση από το ποτό.
Όμως τα πράγματα για τον Nick δεν θα συνεχίσουν να πηγαίνουν
καλά, όταν μετά από τις συνεχείς συναντήσεις του με την σαγηνευτική και
πανέξυπνη Tramell, θα οδηγηθεί μαζί της σε ένα πολύ επικίνδυνο γι’ αυτόν,
ερωτικό παιχνίδι…
Ο ιδιοφυής Ολλανδός σκηνοθέτης, PaulVerhoeven, έχοντας στα χέρια
του ένα πολύ καλό σενάριο, του καταξιωμένου σεναριογράφου JoeEzsterhas, δημιουργεί μία προκλητική
κινηματογραφική ταινία, που παρασύρει τον θεατή σε ένα κλίμα μυστηρίου, βίας
και έντονης σεξουαλικότητας, διεγείροντας συνεχώς τις αισθήσεις του.
Η μία ανατροπή διαδέχεται την άλλη, το μυστήριο συνεχώς
κορυφώνεται, ενώ ταυτόχρονα, στα μάτια του θεατή, πρωταγωνιστής γίνεται η
ερωτική σχέση του αστυνομικού με την γυναίκα που θεωρείται βασικός ύποπτος όχι
μόνο για τον αρχικό φόνο, αλλά και γι’ αυτούς που επακολουθούν. Οι ερωτικές
σκηνές είναι πολλές και σε κάποιες περιπτώσεις, άκρως τολμηρές. Εδώ πρέπει να
τονισθεί το γεγονός ότι, μετά από απαίτηση του σκηνοθέτη, οι ηθοποιοί δεν
ντουμπλάρονται σε κανένα απολύτως σημείο (αν και κάποιες ανεπιβεβαίωτες
πληροφορίες διατυμπανίζουν το αντίθετο).
Η σκηνή με το άκρως αποκαλυπτικό σταυροπόδι της SharonStone, κατά την διάρκεια της
ανάκρισής της, θεωρείται πλέον μία από τις πιο διάσημες σκηνές στην ιστορία του
κινηματογράφου και το “σήμα κατατεθέν” της ταινίας.
Το γρήγορο μοντάζ του FrankUriosteκαι η υπέροχη, στοιχειωτική
μουσική επένδυση του JerryGoldsmith,
απογειώνουν το όλο αποτέλεσμα, δίνοντας το κάτι παραπάνω στην ήδη πολύ καλή,
τεταμένη ατμόσφαιρα.
Ο MichaelDouglas, στον ρόλο του σκληροτράχηλου αστυνομικού, που χωρίς να προβάλλει
ιδιαίτερη αντίσταση, παραδίδεται στα ερωτικά παιχνίδια της επικίνδυνης
αντιπάλου του, αποτελεί μία στιβαρή παρουσία, σε ένα ρόλο με χωρίς ιδιαίτερες
απαιτήσεις.
Αυτή όμως που κλέβει κυριολεκτικά την παράσταση, είναι η
εκθαμβωτική SharonStone.
Η 34χρονη τότε, όχι και τόσο γνωστή ηθοποιός, υπό την καθοδήγηση του PaulVerhoeven, υποδύεται με
εξαιρετικό τρόπο, ένα χαρακτήρα διαβολικά ευφυή, που διακατέχεται από άγρια και
βίαια ένστικτα και έχει ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αμφιφυλόφιλη σεξουαλικότητα. Η
όμορφη ηθοποιός, καταφέρνει και γίνεται το επίκεντρο στα μάτια του θεατή
(ειδικά του ανδρικού πληθυσμού), από την πρώτη κιόλας σκηνή που εμφανίζεται,
κατακτώντας επάξια μία υψηλή θέση στη λίστα των καλύτερων κινηματογραφικών “femmefatale”.
Αρκετά ικανοποιητικά στέκονται στο πλευρό των δύο
πρωταγωνιστών, ο GeorgeDzundza
στο ρόλο του συνεργάτη του Nick και η JeanneTripplehorn, στον ρόλο της ψυχιάτρου που κατά την εξέλιξη της
ιστορίας, η αρχική της εικόνα ανατρέπεται.
Το «Βασικό Ένστικτο» απελευθερώθηκε στις αμερικανικές
αίθουσες στις 22 Μαρτίου 1992, έχοντας κάνει πριν επίσημη πρεμιέρα στο Φεστιβάλ
Καννών, εντός διαγωνισμού, διεκδικώντας τον Χρυσό Φοίνικα. Προτού καν προβληθεί,
είχε ήδη διχάσει κοινό και κριτικούς, προκαλώντας την οργή διαφόρων οργανώσεων,
για την λεπτομερή απεικόνιση σεξουαλικής βίας και για τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόταν
την ομοφυλοφιλία. Αυτό το γεγονός όμως δεν στάθηκε αρκετό για να ανακόψει την
τεράστια εμπορική της επιτυχία. Με κόστος παραγωγής 49 εκατομμύρια δολάρια, οι
εισπράξεις της παγκοσμίως άγγιξαν το ποσό των 352.700.000 δολαρίων, ποσό που
την έφερε στην 4η θέση του παγκόσμιου BoxOffice, για κείνη τη χρονιά.
Στην τελετή της απονομής των Βραβείων Όσκαρ του 1993,
βρέθηκε με δύο υποψηφιότητες, στις κατηγορίες Καλύτερου Μοντάζ και Καλύτερης
Μουσικής Επένδυσης, χωρίς όμως να μπορέσει να διακριθεί.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, μελετητές και κριτικοί
αναγνώρισαν την καλλιτεχνική αξία της ταινίας, χαρακτηρίζοντάς την ως νεο-νουάρ φιλμ και της έδωσαν μία θέση στις διάφορες
λίστες με τις καλύτερες του είδους.
Το 2006, κυκλοφόρησε ένα sequel της ταινίας, με τον τίτλο «Basic
Instinct 2» σε σκηνοθεσία Michael Caton-Jones και με την SharonStoneγια άλλη μια φορά στον ρόλο της σατανικής
Catherine Tramell. Η ταινία αυτή έλαβε αποκαρδιωτικές κριτικές, ενώ εισπρακτικά
κινήθηκε σε πολύ-πολύ χαμηλά επίπεδα.
Καλοκαίρι του 1954. Ο αστυνόμος Teddy Daniels (LeonardoDiCaprio) κι ο νέος
συνεργάτης του, ο Chuck Aule (MarkRuffalo),
μεταβαίνουν σ’ ένα νησί κάπου στα ανοιχτά της Βοστώνης, όπου βρίσκεται το
Άσκλιφ, ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο στο οποίο νοσηλεύονται αποκλειστικά,
επικίνδυνοι ψυχασθενείς.
Ο σκοπός της επίσκεψής τους στο απομονωμένο νησί, είναι η
διεξαγωγή μιας έρευνας σχετικά με την μυστηριώδη εξαφάνιση μιας ασθενούς, της Rachel
Solando, η οποία έχει κατηγορηθεί για την δολοφονία των τριών ανήλικων παιδιών
της.
Όταν οι δύο αστυνομικοί έρχονται σε επαφή με τους υπεύθυνους
του νοσοκομείου, τον Dr. Cawley (Ben Kingsley) και τον Dr. Naehring (Max von
Sydow), αντιλαμβάνονται ότι οι δύο διακεκριμένοι γιατροί, δεν είναι και τόσο συνεργάσιμοι.
Διστακτικοί στο να βοηθήσουν για την διαλεύκανση της υπόθεσης, δείχνουν να είναι
και οι ασθενείς, αλλά και το υπόλοιπο προσωπικό του περίεργου ιδρύματος.
Κατά την διαμονή τους στο νησί, ο Daniels, ανακαλύπτει ότι
στο νοσοκομείο γίνονται παράνομες χειρουργικές θεραπείες στους ασθενείς και
αρχίζει να διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά. Η κατάσταση που επικρατεί
επηρεάζει τον ψυχικό του κόσμο, κάνοντάς τον να υποφέρει από δυνατές ημικρανίες
και ταυτόχρονα εγκλωβίζεται σε ένα λαβύρινθο σκέψεων και παραισθήσεων καθώς, οι
μνήμες του είναι ακόμα νωπές από τα βιώματά του κατά την διάρκεια του Β'
Παγκοσμίου Πολέμου και από τον πιο πρόσφατο, θάνατο της γυναίκας του, μετά από
την εγκληματική ενέργεια ενός πυρομανούς, τον οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να
εντοπίσει...
Με πολλές φανερές επιρροές από τον Hitchcock και γενικότερα από τα θρίλερ
και τα φιλμ-νουάρ των δεκαετιών ’40 και ’50, ο MartinScorsese σκηνοθετεί ένα
εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ, το οποίο βασίζεται στο επίσης εξαιρετικό, ομώνυμο
μυθιστόρημα του DennisLehane,
που κυκλοφόρησε το 2003. (Ο Lehaneείναι γνωστός παγκοσμίως στο κινηματογραφόφιλο κοινό, μετά
την επιτυχή κινηματογραφική μεταφορά των μυθιστορημάτων του «Mystic River», «Gone
Baby Gone» και «TheDrop»).
Την κινηματογραφική διασκευή του βιβλίου, έκανε η ελληνικής
καταγωγής, καταξιωμένη σεναριογράφος, LaetaKalogridis, ακολουθώντας πιστά την πλοκή του λογοτεχνικού έργου.
Αυτός ίσως είναι και ο λόγος, που κάποιοι επικριτές της ταινίας, μεταξύ άλλων
σχολίασαν, ότι η τελική ανατροπή των πραγμάτων και των καταστάσεων, που
λαμβάνουν χώρα στο ψυχιατρικό ίδρυμα, γίνεται αντιληπτή από νωρίς και ότι η
βασική σεναριακή ιδέα φαντάζει πλέον τετριμμένη, στα μάτια ενός
κινηματογραφόφιλου. Όμως, για τους πολλούς κοινούς θεατές αυτά είναι εντελώς
ασήμαντα καθώς, το τελικό αποτέλεσμα, είναι καθ’ όλα αριστουργηματικό.
Η ιστορία εξελίσσεται με ένα άρτιο και λεπτομερή τρόπο
αφήγησης, με τα “παιχνίδια” μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας να εναλλάσσονται
συνεχώς, χωρίς υπερβολές και ακρότητες.
Η κινηματογράφηση είναι εξαιρετική, με οπτικά πλάνα υψίστου
αισθητικού κάλους, ενώ το μοντάζ είναι άψογο.
Επίσης, τα κοστούμια που ντύνουν το καστ, είναι μελετημένα
ως την τελευταία λεπτομέρεια, προσδιορίζοντας απόλυτα, την χρονική περίοδος που
λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα.
Το μεγάλο όμως ατού της ταινίας, είναι η άκρως καθηλωτική
της ατμόσφαιρα, σκοτεινή, εφιαλτική, με υπέροχα σκηνικά, επιβλητικά γοτθικά
κτίρια με παγερά κελιά και σκοτεινούς διαδρόμους και τέλος, όλα αυτά, σε ένα
φόντο με υπέροχα φυσικά τοπία, που αντιστέκονται με σθένος στα ακραία καιρικά
φαινόμενα, που επικρατούν κατά την μεγαλύτερη διάρκεια. Όλα αυτά τα στοιχεία
προσδίνουν μεγαλύτερο τόνο στο μυστήριο και στην ένταση, που ούτως ή άλλως
κυριαρχούν.
Αριστουργηματική είναι και η μουσική επένδυση της ταινίας,
που αποτελείται από
ορχηστρικά και όχι μόνο κομμάτια, επιλογές του Καναδού
μουσικοσυνθέτη, Robbie Robertson.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο LeonardoDiCaprio,
αποδεικνύει περίτρανα ότι είναι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς
του. Καταφέρνει και υποδύεται τον πολύ δύσκολο χαρακτήρα, του διαταραγμένου
ψυχολογικά ντεντέκτιβ, με μία έντονη συναισθηματική φόρτιση, παρασέρνοντας τον θεατή και κάνοντάς τον να βλέπει συνεχώς
τα πράγματα, με την δική του οπτική.
Στο πλευρό του, ο επίσης ταλαντούχος MarkRuffalo,
καταφέρνει και εξισορροπεί τους τόνους, με τις άριστες υποκριτικές του
ικανότητες.
Στους συμπρωταγωνιστικούς ρόλους, οι “παλαίμαχοι” Ben Kingsley και
Max von Sydow, ερμηνεύουν με μεγάλη σοβαρότητα, πειστικότητα και άνεση,
αποτελώντας την τέλεια επιλογή, καθώς οι φυσιογνωμίες τους, ταυτίζονται απόλυτα
με τους χαρακτήρες που υποδύονται.
Γενικότερα, η επιλογή του καστ από τον Scorsese, έχει γίνει πολύ εύστοχα, αφού και στους μικρότερους, αλλά
κομβικούς ρόλους, οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται άψογα (Μichelle Williams, Patricia
Clarkson, Emily Mortimer, Jackie Earle Haley, Τed Levine …και άλλοι).
Εν κατακλείδι, απ’ όλα τα παραπάνω συνεπάγεται ότι το «Shutter
Island» είναι ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ, που οφείλει να το δει τουλάχιστον
μία φόρα, κάθε λάτρης του είδους (και όχι μόνο).
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο 60ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου
του Βερολίνου, στις 13 Φεβρουαρίου 2010.
Ακολούθησε η απελευθέρωσή της στις κινηματογραφικές αίθουσες της
Νέας Υόρκης, τέσσερις μέρες αργότερα, όπου και αποκόμισε ως επί το πλείστον
θετικές κριτικές.
Το κόστος παραγωγής της ανήλθε στα 80 εκατομμύρια δολάρια, ενώ τα
έσοδά της από την παγκοσμία προβολή της, άγγιξαν τα 295 εκατομμύρια. Είναι η δεύτερη
σε εισπράξεις δημιουργία του MartinScorsese, μετά το «The Departed» (2006).
Στην
χώρα μας η πρώτη της προβολή έγινε στις 25 του ίδιου μήνα, κόβοντας συνολικά 312.230
εισιτήρια, κατακτώντας έτσι την έβδομη θέση στο ελληνικό BoxOffice, για
το 2010.
Σενάριο: Stanley
Kubrick, Calder Willingham, Jim Thompson
Πρωταγωνιστούν: Kirk Douglas, Ralph Meeker, Adolphe Menjou, George Macready
Μουσική: Gerald
Fried
Φωτογραφία:
George Krause
Μοντάζ: EvaKroll
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 88 min
Έτος 1916, κατά την διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πόλεμου. Στα Γαλλικά χαρακώματα, με όσες δυνάμεις τους έχουν απομείνει, οι Γάλλοι στρατιώτες
ενός συντάγματος, μάχονται ηρωικά ενάντια στα Γερμανικά στρατεύματα.
Επικεφαλής τους είναι ο συνταγματάρχης Dax (KirkDouglas) ο οποίος με την
σειρά του, βρίσκεται υπό τις διαταγές του στρατηγού Paul Mireau (GeorgeMacready).
Μία μέρα ο Mireau, δέχεται την επίσκεψη του ταξίαρχου George
Broulard (Adolphe Menjou) ο οποίος του ζητά να καταλάβει με τις δυνάμεις του,
ένα όχι και τόσο ιδιαίτερης σημασίας οχύρωμα των Γερμανών, που βρίσκεται σε
έναν λόφο, κοντά στα Γαλλικά χαρακώματα. Αρχικά ο Mireau έχει αντιρρήσεις,
γνωρίζοντας ότι οι πιθανότητες επιτυχίας είναι ελάχιστες. Όταν όμως ο Broulard τον
δελεάζει τάζοντάς του προαγωγή, άσχετα με την έκβαση της αποστολής, τότε
δέχεται.
Έτσι ο Mireau,
αναθέτει την πραγματοποίηση της επίθεσης στον συνταγματάρχη Dax.
Ο Dax, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να υπακούσει τις εντολές
του ανωτέρου του, αναλαμβάνει την αποστολή γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει
περίπτωση επιτυχίας καθώς, οι μισοί και πλέον στρατιώτες θα έχουν πέσει νεκροί από τα
πυρά των Γερμανών, προτού φτάσουν στο λόφο.
Η επιχείρηση ξεκινάει και οι φόβοι του συνταγματάρχη
επιβεβαιώνονται αφού οι περισσότεροι από τους πολεμιστές του σκοτώνονται, ενώ
οι υπόλοιποι υποχρεώνονται σε υποχώρηση. Ένας από τους λόχους μάλιστα, δεν
κατάφερε καν, να βγει από τα χαρακώματα.
Μαθαίνοντας τα καθέκαστα ο στρατηγός Mireau, εξοργισμένος,
αποφασίζει για παραδειγματισμό, να περάσει από στρατοδικείο τρεις οπλίτες, με
την κατηγορία της δειλίας. Ο Dax, βλέποντας την αδικία που συμβαίνει,
αναλαμβάνει την υπεράσπισή τους…
Η βασική ιδέα για το σενάριο, βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο
του Humphrey Cobb, που κυκλοφόρησε το 1935 και αναφέρεται σε πραγματικά
γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με θέμα
την εκτέλεση τεσσάρων Γάλλων στρατιωτών, για παραδειγματισμό, με αιτία την
ανυπακοή.
Ο StanleyKubrick,
παίρνει στα χέρια του ένα σχετικά απλό σενάριο και μεγαλουργεί. Φτιάχνει μια
πολεμική-ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ταινία η οποία, με πολύ απλοϊκό τρόπο αναδεικνύει την
παράνοια και τον παραλογισμού του πολέμου.
Οι «Σταυροί στο Μέτωπο» (λίγο άστοχος ο ελληνικός τίτλος)
είναι μια πολεμική ταινία, η οποία σε αντίθεση με τις άλλες του είδους της, δεν
περιέχει ούτε ηρωισμούς, ούτε ανδραγαθήματα. Περιέχει μία καλή ιστορία με
αβίαστη, συνεχή και καταιγιστική ροή, με ευφυέστατους και καυστικότατους
διαλόγους και με ανεπανάληπτες κινηματογραφικές σκηνές, που από μέσα τους
πηγάζουν βαθιά νοήματα, σημαντικότατα μηνύματα και αμέτρητοι συμβολισμοί.
Μπορεί η ταινία να γυρίστηκε 60 χρόνια πριν και να
αναφέρεται σε έναν ίσως «ξεχασμένο» πόλεμο, είναι όμως επίκαιρη μέχρι σήμερα και
θα παραμένει επίκαιρη, για πάρα-πάρα πολλά χρόνια ακόμα -για όσο οι κυβερνώντες
των χωρών της Γης και οι υφιστάμενοί τους διακατέχονται από μισαλλοδοξία,
φιλοχρηματισμό και διακαή πόθο για δόξα.
Η κινηματογράφηση του Kubrick, είναι εξαιρετική. Αξιομνημόνευτες είναι οι σκηνές στο
πεδίο της μάχης και αυτή της περιπλάνησης του Dax στα χαρακώματα, κατά τις
οποίες οι λήψεις της κάμερας από ευρηματικές γωνίες, αξιοποιούν στο έπακρο τις
δυνατότητες του κάδρου.
Η φωτογραφία είναι άριστη και το ίδιο καλή δουλειά έχει
γίνει και στο μοντάζ.
Η ερμηνεία του KirkDouglas, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του,
είναι υποδειγματική. Τα καυστικά σχόλια που ξεστομίζει με ευκολία ενάντια στους
ανωτέρους του, σε συνδυασμό με την εκφραστικότητα του προσώπου του, αποτελούν
μοναδικές και αξέχαστες κινηματογραφικές σκηνές.
Εντυπωσιακοί όμως είναι και οι υπόλοιποι ηθοποιοί που
συμπληρώνουν το καστ: ο AdolpheMenjouκαι
ο GeorgeMacready,
στους ρόλους των εγωκεντρικών και συμφεροντολόγων διοικητών, οι τρεις
κατηγορούμενοι οπλίτες που ενσαρκώνουν τρεις τελείως διαφορετικές προσωπικότητες
(Ralph Meeker, Timothy Carey, Joe Turkel), ο δειλός υπολοχαγός (Wayne Morris),
μέχρι και ο παπάς που συνοδεύει του μελλοθάνατους (Emile Meyer), όλοι τους
είναι υπέροχοι.
Τέλος, άξια αναφοράς, είναι και η μοναδική γυναικεία
παρουσία, στην τελευταία και συγκλονιστική σκηνή της ταινίας, η Γερμανίδα
ηθοποιός-τραγουδίστρια Christiane Susanne Harlan, (μετέπειτα σύζυγος του StanleyKubrick) που με την μελωδική
και ταυτόχρονα σπαραχτική φωνή της, καταφέρνει -έστω και για λίγο- να δώσει ένα
τόνο ανθρωπιάς, μέσα στην φρίκη του πολέμου.
Το «Paths of Glory» έκανε πρεμιέρα στο Μόναχο στις 1 Νοεμβρίου του
1957, ενώ η απελευθέρωσή του στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ, έγινε
λίγες μέρες αργότερα.
Σαν κινηματογραφική παραγωγή απέσπασε πολύ θετικά σχόλια,
επικρίθηκε όμως έντονα για το θέμα της και για το “αντιστρατιωτικό” ύφος της.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την χαμηλή εμπορικότητά της.
Στην Γαλλία ήταν απαγορευμένη η κυκλοφορία της μέχρι και το 1975. Στη
Γερμανία, η ταινία αποσύρθηκε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, για
να μην δημιουργηθεί ρήξη των σχέσεων με τη Γαλλία.
Στην Ισπανία, η δεξιά κυβέρνηση του Franco απαγόρευσε την ταινία,
με αποτέλεσμα να προβληθεί για πρώτη φορά το 1986. Στην Ελβετία, η ταινία
λογοκρίθηκε κατόπιν αιτήματος του Ελβετικού Στρατού, μέχρι το 1970.
Το 1992, η ταινία κρίθηκε από τη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου ως
«πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική» και επιλέχθηκε για συντήρηση
στο Εθνικό Κινηματογραφικό Μητρώο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σήμερα το «Paths of Glory» θεωρείται ένα κλασικό κινηματογραφικό
αριστούργημα και μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του Kubrick. Στο κινηματογραφικό Rotten Tomatoes κατέχει θετικό ποσοστό 94%,
ενώ στο IMDb, βρίσκεται στη θέση Νο 59, στην λίστα
με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, με βαθμολογία 8,4.
Σενάριο: Giovanni
Arpino (νουβέλα), Bo
Goldman (προσαρμογή σεναρίου)
Πρωταγωνιστούν: Al Pacino, Chris O'Donnell, James Rebhorn
Μουσική: Thomas
Newman
Φωτογραφία:
Donald E. Thorin
Μοντάζ: William
Steinkamp, Michael Tronick, Harvey Rosenstock
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 156 min
Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στη νουβέλα του Ιταλού συγγραφέα
Giovanni Arpino “Il Buio E Il Miele” και αποτελεί τη δεύτερη κινηματογραφική
μεταφορά του εν λόγω βιβλίου, μετά την επίσης υπέροχη και πετυχημένη, ιταλική παραγωγή
του 1974, με τίτλο «Il Profumo Di Donna». Στην ταινία αυτή η σκηνοθεσία ήταν
του Dino Risi και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους είχαν ο Vittorio Gassman και ο νεαρός
Alessandro Momo.
Ο Charlie (Chris O’Donnell) είναι ένας νέος, όχι και τόσο
εύρωστης οικογένειας, που φοιτά μετά από υποτροφία, σε ένα από τα καλύτερα κολλέγια
της Αμερικής, στη Νέα Αγγλία. Κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, θέλοντας να
επισκεφθεί τους δικούς του στο Όρεγκον και καθώς δεν διαθέτει τα χρήματα για το
ταξίδι αυτό, απαντάει σε μία αγγελία για εργασία κατά το Σαββατοκύριακο των
Ευχαριστιών, ως συνοδός ενός τυφλού συνταγματάρχη εν αποστρατεία, του Frank
Slade (Al Pacino). O Frank είναι ένας αλκοολικός, δύστροπος και συνεχώς
κακοδιάθετος άντρας που λόγω της αναπηρίας του, έχει παραιτηθεί από τη ζωή.
Εν τω μεταξύ στην σχολή, ο Charlie θα γίνει μάρτυρας μίας
κακόγουστης φάρσας από κάποιους συμμαθητές του, εις βάρος του διευθυντή του
κολλεγίου, του κυρίου Trask (JamesRebhorn)και
θα δεχθεί πιέσεις προκειμένου να αποκαλύψει τους υπαίτιους. Μάλιστα η διεύθυνση
του κολλεγίου, του προτείνει σαν αντάλλαγμα μια συστατική επιστολή που
ουσιαστικά θα του εξασφαλίσει μια θέση στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Ο Charlie,
κρατώντας το στόμα του κλειστό, απορρίπτει την πρόταση.
Όταν το Σαββατοκύριακο θα συναντήσει τον Slade, εκείνος θα
τον πάρει μαζί του σε ένα ταξίδι αστραπή, μέχρι τη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια
του οποίου ο Charlie, θα πάρει μαθήματα ζωής που θα τον οδηγήσουν στην ωριμότητα.
Αλλά κι ο ίδιος ο Slade, θα αλλάξει ριζικά, βλέποντας τη ζωή μέσα από τα μάτια
του νεαρού Charlie…
Το σενάριο είναι υπέροχο. Πρόκειται για μια ταινία που ξεχειλίζει
από συναισθήματα και βαθιά νοήματα για τη ζωή και την ουσία της.
Ο Martin Brest σκηνοθετεί την ταινία χωρίς υπερβολές και
ακρότητες, με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε, κάθε σκηνή να πλημμυρίζει από πάθος και ταυτόχρονα
να “ζωντανεύει” στα μάτια του θεατή.
Οι διάλογοι είναι πηγαίοι, δυνατοί και σκληροί, παρουσιάζοντας
μόνο την ωμή αλήθεια, χωρίς ίχνος ωραιοποίησης των πραγμάτων και των
καταστάσεων.
Και παρά το γεγονός ότι η ταινία έχει μια σχετικά μεγάλη
διάρκεια, σε κανένα σημείο της δεν γίνεται κουραστική. Αντιθέτως υπάρχει μια
σταθερή ροή με πολλές κορυφώσεις, μέχρι το εξαιρετικό φινάλε της.
Την ήδη συναισθηματικά-συγκινησιακά φορτισμένη ατμόσφαιρα
της ταινίας, επισφραγίζει η πανέμορφη μουσική επένδυση του ταλαντούχου μουσικοσυνθέτη
Thomas Newman. Ξεχωρίζει ιδιαίτερα το ταγκό που μοιράζονται ο τυφλός ήρωας με
την όμορφη νεαρή Donna (Gabrielle Anwar), μία σκηνή που θεωρείται “το σημείο
κατατεθέν” της ταινίας και μία από τις κορυφαίες στην ιστορία του
κινηματογράφου.
Πέρα από τα παραπάνω, αναμφισβήτητα την επιτυχία και την
διαχρονικότητά της η ταινία, την οφείλει κατά πολύ μεγάλο μέρος, στην τεράστια
ερμηνεία του εξαίρετου πρωταγωνιστή της. Ο Al Pacino, στον κατά πολλούς,
καλύτερο και δυσκολότερο ρόλο της μεγάλης του πορείας στην 7η τέχνη,
αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός του χαρακτηρισμού του, ως
ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς όλων των εποχών. Ο ρόλος που υποδύεται στην
προκειμένη ταινία, είναι κάτι παραπάνω από απαιτητικός. Ο χαρακτήρας του οξύθυμου,
εσωστρεφή, ξεχασμένου απ’ όλους και όλα, τυφλού στρατιωτικού, ενσαρκώνεται άψογα
από τον μεγάλο ηθοποιό. Το απλανές του βλέμμα, οι συσπάσεις του προσώπου του,
οι εναλλαγές στην χροιά της φωνής του, οι κινήσεις του σώματός του, όλα είναι τέλεια
και εντελώς δικαίως, γι’ αυτή του την μοναδική ερμηνεία, μετά από τόσες ατυχείς
υποψηφιότητες, τιμήθηκε με το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου.
Στο πλευρό του, στο ρόλο του Charlie, ενός νεαρού που διψά
για ζωή και καταξίωση, ο 22 ετών τότε Chris O'Donnell, σε μία πολύ καλή ερμηνεία
που “σηματοδότησε” την μετέπειτα πορεία του ως ηθοποιός.
Ανάμεσα στους δύο ηθοποιούς που απαρτίζουν το πρωταγωνιστικό
δίδυμο -αν και είναι τόσο διαφορετικοί και οι ίδιοι σαν άτομα, αλλά και οι
χαρακτήρες που υποδύονται- δημιουργείται ένα περίεργο ταίριασμα, συμπληρώνοντας
ο ένας τον άλλον, με μια μοναδική χημεία.
Το «ScentofaWoman»
έκανε πρεμιέρα στις αμερικάνικες αίθουσες, στις 23 Δεκεμβρίου του 1992,
αποσπώντας ανάμικτες κριτικές. Εκθειάστηκε για το στόρι της και για την
ερμηνεία του Al Pacino, αλλά επικρίθηκε κυρίως, για την μεγάλη της διάρκεια.
Το 1993, την βραδιά της απονομής των βραβείων Όσκαρ, εκτός
από την επιτυχή υποψηφιότητα του πρωταγωνιστή της, βρέθηκε να διεκδικεί άλλα
τρία αγαλματίδια: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Διασκευασμένου
Σεναρίου, χωρίς όμως να μπορέσει να διακριθεί σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες.
Την ίδια χρονιά επίσης, μεταξύ άλλων διακρίσεων, τιμήθηκε με τρεις Χρυσές
Σφαίρες στις κατηγορίες: Καλύτερης Δραματικής Ταινίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου και
Σκηνοθεσίας.
Σήμερα η ταινία θεωρείται κλασική και ως μία από τις καλύτερες
της δεκαετίας του ‘90 και όχι μόνο, διατηρώντας στον κινηματογραφικό ιστότοπο
Rotten Tomatoes ένα ποσοστό αποδοχής 88% και στο IMDbβαθμολογία 8, με σχεδόν 213.000
ψήφους.
Ελληνικός τίτλος: Interstellar
Κατηγορία: Επιστημονικής φαντασίας, Περιπέτεια, Δράμα
Σκηνοθεσία: Christopher Nolan
Σενάριο: Jonathan Nolan, Christopher Nolan
Πρωταγωνιστούν: Matthew McConaughey, Anne Hathaway, Jessica Chastain, Michael Caine
Μουσική: Hans Zimmer
Φωτογραφία: Hoyte Van Hoytema
Μοντάζ: Lee Smith
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 169 min
Στο εγγύς μέλλον, η Γη δοκιμάζεται συνεχώς από σφοδρές αμμοθύελλες, οι οποίες καταστρέφουν τις καλλιέργειες με αποτέλεσμα τα τρόφιμα να μην επαρκούν και το ανθρώπινο γένος να λιμοκτονεί. Το γεγονός αυτό επιφέρει το “πάγωμα” κάθε τεχνολογικής ανάπτυξης και η μοναδική έννοια πλέον του πληθυσμού, είναι η εύρεση τρόπων για την επιβίωση αλλά και για την συνέχιση του ανθρώπινου είδους.
Ο Joe Cooper (Matthew McConaughey) είναι ένας αμερικανός πολίτης, πρώην δοκιμαστής πιλότος και μηχανικός της NASA, ο οποίος τώρα ασχολείται με την καλλιέργεια καλαμποκιού. Ο Cooper ζει με τον πεθερό του Donald (John Lithgow), τον 15χρονο γιο του Tom (Timothée Chalamet) και την 10χρονη κόρη του Murph (Mackenzie Foy) η οποία είναι ευφυέστατη και πιστεύει ακράδαντα ότι στο δωμάτιό της υπάρχει ένα φάντασμα.
Μια μέρα, κατά την διάρκεια μίας δυνατής αμμοθύελλας και καθώς ένα παράθυρο στο δωμάτιο της Murph έχει ξεχαστεί ανοικτό, στο πάτωμα του δωματίου έχουν σχηματιστεί από τους κόκκους της άμμου ίσιες γραμμές, οι οποίες σχηματίζουν έναν δυαδικό κώδικα. Όταν ο Cooper αποκρυπτογραφεί αυτόν τον κώδικα, ανακαλύπτει ότι πρόκειται για συντεταγμένες που προσδιορίζουν μια περιοχή, όχι και πολύ μακρινή από τον τόπο της διαμονής τους. Έτσι, αποφασίζει με την μικρή Murph, να επισκεφτούν την περιοχή αυτή.
Φτάνοντας εκεί ανακαλύπτει έκπληκτος ότι πρόκειται για μία μυστική βάση της NASA στην οποία επικεφαλής είναι το παλιό του αφεντικό, ο Dr. John Brand (Michael Caine) μαζί με την κόρη του, την νεαρή Amelia Brand (Anne Hathaway).
Ο Dr. Brand, εξηγώντας στον Cooper τους λόγους ύπαρξης της μυστικής βάσης, του προτείνει να πάρει μέρος σε μία παράτολμη αποστολή μαζί με την Amelia και μερικούς ακόμη αστροναύτες-επιστήμονες. Τα μέλη του πληρώματος καλούνται να ταξιδέψουν μέχρι τον πλανήτη Κρόνο όπου πλησίον του βρίσκεται μία “σκουληκότρυπα” και να την διαπεράσουν (δηλαδή να κάνουν ένα ταξίδι διαμέσου του χωροχρόνου). Μ’ αυτόν τον τρόπο θα περάσουν σε έναν άλλο γαλαξία, προκειμένου να βρουν κάποιο κατοικήσιμο πλανήτη κι έτσι να διασωθεί η ανθρώπινη φυλή. Η απόφαση για τον Cooper είναι πολύ δύσκολη επειδή κανένας δεν μπορεί να τον διαβεβαιώσει ότι θα πάνε όλα καλά και θα μπορέσει κάποτε να επιστρέψει στη Γη και να ξαναδεί τα παιδιά του…
Η λέξη «Interstellar» στην ελληνική γλώσσα μεταφράζεται ως «Διαστρικός». Δηλαδή, αναφέρεται σε κάτι ή σε κάποιον που συμβαίνει, βρίσκεται ή ταξιδεύει ανάμεσα στα άστρα.
Πρόκειται για μια επική παραγωγή επιστημονικής φαντασίας, η οποία βασίζεται σε ένα αρχικό σενάριο του Jonathan Nolan (αδελφός του σκηνοθέτη) το οποίο είχε γραφεί το 2007. Τα δύο αδέλφια τελειοποίησαν το σενάριο με την συμβολή του θεωρητικού φυσικού Kip Thorne, ο οποίος τους καθοδήγησε έτσι ώστε κατά την διάρκεια και την εξέλιξη της ιστορίας, να μην παραβιάζονται οι θεμελιώδεις νόμοι της Φυσικής. Επίσης, ο καταξιωμένος φυσικός βοήθησε τους συντελεστές της ταινίας στο να απεικονιστεί όσο πιο πιστά γίνεται η “σκουληκότρυπα” και το ταξίδι των ηρώων μέσα σ’ αυτή. Σύμφωνα με τον Thorne, όλα όσα παρακολουθεί ο θεατής στην οθόνη, βασίζονται στην θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Βέβαια τα παραπάνω, δεν αναιρούν το γεγονός ότι κατά την διάρκεια της ταινίας υπάρχουν αμέτρητα στοιχεία και πλάνα, τα οποία βασίζονται στην φαντασία και την καλλιτεχνική ελευθερία των δημιουργών.
Πρέπει όμως να τονιστεί ότι, παρά την όποια προσπάθεια των δημιουργών του στόρι, κάποια κενά και μερικές σεναριακές αστοχίες υπάρχουν. Το γεγονός αυτό όμως δεν επηρεάζει και πολύ το τελικό αποτέλεσμα καθώς, η πλοκή που κορυφώνεται σταδιακά, καθηλώνει τον θεατή μέχρι το τέλος όπου αποδεικνύεται περίτρανα ότι πάνω από κάθε ανθρώπινη προσδοκία ή ακόμα και πέρα από οποιοδήποτε διαστρικό-διαγαλαξιακό ταξίδι, υπάρχει η αγάπη που βγαίνει πάντα νικητής.
Σε τεχνικό επίπεδο η ταινία είναι άρτια. Με επιρροές από αριστουργηματικές ταινίες του παρελθόντος όπως το, «Μετρόπολις» (1927), «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (1968), «Blade Runner» (1982) και άλλες, ο Christopher Nolan, με την σημαντικότατη συμβολή του κινηματογραφιστή Hoyte Van Hoytema και του σχεδιαστή παραγωγής Nathan Crowley, καταφέρνει και δημιουργεί μια ευφάνταστη παραγωγή, με εξαιρετικά οπτικά εφέ και σκηνές που δύσκολα διαγράφονται από την μνήμη του θεατή.
Ένα μεγάλο μέρος των γυρισμάτων του «Interstellar» πραγματοποιήθηκαν στην επιφάνεια του παγετώνα Svinafellsjokull, στην Ισλανδία.
Εξαιρετική είναι και η μουσική επένδυση της ταινίας από τον Hans Zimmer, ενώ πολύ καλή κρίνεται και η δουλειά που έχει γίνει στο μοντάζ, δια χειρός Lee Smith.
Στον κεντρικό ρόλο ο Matthew McConaughey, σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες της καριέρας του, ξεδιπλώνει με μεγάλη ευκολία όλες τις υποκριτικές του ικανότητες.
Στο πλευρό του, η Anne Hathaway, ξεκινάει την ερμηνεία της κάπως υποτονικά και άχρωμα, αλλά με την κορύφωση της πλοκής, μας δείχνει κι αυτή τον καλό της εαυτό.
Πολύ καλή είναι και η Jessica Chastain, στον ρόλο της ενήλικης Murph.
Ο Michael Caine, όπως πάντα στιβαρός και επιβλητικός, ενώ αξίζει να σημειωθεί και η παρουσία σε δεύτερο αλλά κομβικό ρόλο, του Matt Damon. Τέλος, αναφορά πρέπει να γίνει και στην μικρή αλλά σημαντικότατη εμφάνιση, της υπέροχης, Ellen Burstyn.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Χόλλυγουντ στις 26 Οκτωβρίου του 2014, ενώ παγκοσμίως βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες 10 μέρες αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου.
Οι κριτικές που απέσπασε ήταν ως επί το πλείστον θετικότατες και οι εισπράξεις από την πρώτης της προβολή, ανήλθαν στο ποσό των 675.020.017$, με τα 188 εκατομμύρια από αυτά να σημειώνονται στην εγχώρια αγορά των ΗΠΑ. Με τα έσοδα αυτά, κατέκτησε την 10η θέση στο παγκόσμιο Box Office για το 2104. Το κόστος παραγωγής της, ήταν περίπου στα 165.000.000$.
Τιμήθηκε με ένα βραβείο Όσκαρ και με ένα βραβείο BAFTA για τα οπτικά της εφέ και με μία Χρυσή Σφαίρα για το εκπληκτικό soundtrack του Hans Zimmer.
Σκηνοθεσία: Sam Mendes
Σενάριο: John Logan, Neal Purvis, Robert Wade
Πρωταγωνιστούν: Christoph Waltz, Léa Seydoux, Monica Bellucci, Ralph Fiennes,
Ben Whishaw, Naomie Harris
Μουσική: Thomas Newman
Φωτογραφία: Hoyte Van Hoytema
Μοντάζ: Lee Smith
Χώρα Παραγωγής: Μεγάλη Βρετανία - ΗΠΑ
Διάρκεια: 148 min
Τραγούδι Τίτλων: Sam Smith
Το «Spectre» είναι η 24η ταινία της σειράς James Bond, η
τέταρτη με τον Daniel Craig στον κεντρικό ρόλο και η δεύτερη ταινία της σειράς
που σκηνοθετείται από τον Sam Mendes μετά το «Skyfall».
Τα γυρίσματα της ταινίας ξεκίνησαν τον Δεκέμβριο του 2014 και
διήρκησαν έως τον Ιούλιο του 2015, ενώ η πραγματοποίησή του έγινε σε διάφορα
μέρη του κόσμου όπως, στην Αυστρία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιταλία, στο
Μαρόκο και στο Μεξικό. Το κόστος παραγωγής άγγιξε τα 245 εκατομμύρια δολάρια,
ένα ποσό που καθιστά την ταινία όχι μόνο ως την πιο ακριβή της σειράς Bond,
αλλά και ως μία από τις πιο δαπανηρές ταινίες γενικότερα.
Παρόν και σ’ αυτή την ταινία δίνουν οι χαρακτήρες του M , του
Q και της Eve Moneypenny, με τους εξαιρετικούς Ralph Fiennes, Ben Whishaw και Naomie
Harris στους αντίστοιχους ρόλους. Και οι τρεις τους είχαν κάνει την εμφάνισή
τους στην προηγούμενη ταινία της σειράς. Επίσης, εκτός από τον σκηνοθέτη και
τους ηθοποιούς που υποδύονται τους παραπάνω ρόλους, κοινοί με το «Skyfall»
είναι οι σεναριογράφοι, και ο Thomas Newman ως υπεύθυνος για την μουσική
επένδυση της ταινίας.
Αυτή τη φορά ο Bond, μετά από ένα μήνυμα που λαμβάνει από κάποιον οικείο του πρόσωπο
που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, ταξιδεύει ανεπίσημα αρχικά στην Πόλη του Μεξικού
όπου ανατρέπει μια προσχεδιασμένη βομβιστική επίθεση σε ένα στάδιο και στην
συνέχεια στην Ρώμη. Εκεί συναντά την όμορφη Lucia Sciarra (Monica Bellucci),
την χήρα ενός περιβόητου εγκληματία. Στην συνέχεια διεισδύει σε μια μυστική
συνάντηση μιας εγκληματικής οργάνωσης
που φέρει το όνομα SPECTRE.
Εν τω μεταξύ, πίσω
στο Λονδίνο, ο Max Denbigh
(Andrew Scott), ο νέος αρχηγός του Κέντρου για θέματα Εθνικής Ασφάλειας, έχει
αντίθετη άποψη με τον τρόπο που ενεργεί ο Μποντ και γενικότερα με τις
ικανότητες της υπηρεσίας του, της ΜΙ6.
Κατά την επιστροφή
του στο Λονδίνο, ο Μποντ, ζητά κρυφά την βοήθεια της Moneypenny (Naomie Harris) και του Q (Ben
Whishaw) προκειμένου να βρει τη Madeleine Swann (Léa Seydoux), την κόρη ενός
παλιού του αντιπάλου του Mr White (Jesper Christensen), προκειμένου να τον
βοηθήσει να εξιχνιάσει το δίκτυο της SPECTRE, της οποίας αρχηγός δεν είναι
άλλος από τον παλιό του γνώριμο, τον
Ernst Stavro Blofeld (Christoph Waltz)…
Η ονομασία SPECTRE πρωτοεμφανίστηκε στη νουβέλα
«Thunderball» από τον δημιουργού του JamesBond, Ian Fleming και αποτελεί αρχικά της ονομασίας, “Special
Executive for Counter-intelligence, Terrorism, Revenge and Extortion,”
(Εκτελεστικό Όργανο για την Αντικατασκοπεία, Τρομοκρατία, Εκδίκηση και
Εκβιασμού). Στην κυριολεξία η λέξη “Spectre” μεταφράζεται ως “φάντασμα” και αποτελεί ένα έξυπνο
λογοπαίγνιο του συγγραφέα, για να ονομάσει με αυτό μια τρομακτική εγκληματική
οργάνωση, που κινείται αόρατα και σκορπάει το θάνατο. Στην ίδια νουβέλα
πρωτοεμφανίστηκε και ο χαρακτήρας του Ernst
Stavro Blofeld.
Στον κινηματογραφικό Bond, η εμφάνιση της SPECTRE και του σατανικού αρχηγού της έγινε στην πρώτη κιόλας
ταινία της σειράς, το «Dr. No» το 1962, και σε αρκετές μεταγενέστερες.
Το «Spectre» είναι μία εντυπωσιακή ταινία δράσης, με
καλοφτιαγμένες σκηνές καταδίωξης, εκρήξεις και καταστροφές, και περιέχει
πανέμορφα εξωτερικά πλάνα από 5 χώρες σε 3 ηπείρους, ενώ ταυτόχρονα ο Daniel
Craig, είναι για μια άλλη φορά υπέροχος στον ρόλο του υπερήρωα. Δίπλα του, ως “BondGirls” βρίσκονται η γλυκύτατη και ταυτόχρονα αισθησιακή Léa Seydoux, και η ώριμη-πανέμορφη Monica Bellucci. Τον μοχθηρό και αδίστακτο
εχθρό του αειθαλή πράκτορα υποδύεται ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ, ChristophWaltz.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 26 Οκτωβρίου 2015 στο Ηνωμένο
Βασίλειο ενώ στις ΗΠΑ και στον υπόλοιπο κόσμο απελευθερώθηκε μια εβδομάδα
αργότερα, στις 6 Νοεμβρίου, λαμβάνοντας κυρίως θετικές κριτικές και
σημειώνοντας μεγάλη εισπαρακτική επιτυχία καθώς, με προϋπολογισμό 245
εκατομμύρια δολάρια σημείωσε εισπράξεις που ξεπέρασαν τα 880 εκατομμύρια
παγκοσμίως και κατατάχθηκε έτσι στην δεύτερη θέση της λίστας των εμπορικότερων
ταινιών της σειράς Bondμετά το «Skyfall»
(1.108.561.000 δολάρια).
Τέλος, το θεματικό τραγούδι της ταινίας "Writing
on the Wall", το οποίο γράφτηκε και ερμηνεύτηκε από τον Sam Smith , βραβεύτηκε με ένα βραβείο
Όσκαρ και μία Χρυσή Σφαίρα στους αντίστοιχους διαγωνισμούς του 2016.
Ελληνικός τίτλος: Ο Ιντιάνα Τζόουνς και το Βασίλειο του Κρυστάλλινου Κρανίου
Κατηγορία: Περιπέτεια
Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: David Koepp
Πρωταγωνιστούν: Harrison Ford, Cate Blanchett, Karen Allen, Shia LaBeouf
Μουσική: John Williams
Φωτογραφία: Janusz Kaminski
Μοντάζ: Michael Kahn
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 122 min
Μετά από 19 χρόνια ο σκηνοθέτης Steven Spielberg και ο παραγωγός George Lucas, αποφασίζουν να φέρουν για ακόμη μια φορά στο προσκήνιο τον θρυλικό “Ιντιάνα Τζόουνς”. Η τέταρτη ταινία της σειράς φέρει τον τίτλο «Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull» και στον πρωταγωνιστικό ρόλο βρίσκεται για άλλη μια φορά ο αειθαλής Harrison Ford.
Η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του ’50, τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, καθώς ο ήρωας αναζητώντας ένα κρυστάλλινο κρανίο, καταδιώκεται από μία ομάδα Ρώσων πρακτόρων, επικεφαλής των οποίων είναι η Irina Spalko (Cate Blanchett). Στο πλευρό του Indiana βρίσκονται η πρώην αγαπημένη του, η Marion (Karen Allen, η οποία επαναλαμβάνει το ρόλο της από την πρώτη ταινία της σειράς) και ο γιος του Mutt (Shia LaBeouf)…
Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν σε διάφορες τοποθεσίες όπως το Νέο Μεξικό, Χαβάη, Καλιφόρνια και αλλού. Προκειμένου η αισθητική της ταινίας να είναι ίδια με τις προκατόχους της, προτιμήθηκε από την παραγωγή ο τρόπος των γυρισμάτων, των οπτικών εφέ κ.λπ. να γίνει με πιο παραδοσιακούς τρόπους και όχι με την χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών.
Το «Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull» έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ των Καννών στις 18 Μαΐου 2008, ενώ στις αίθουσες κυκλοφόρησε στις 22 Μαΐου.
Σε γενικές γραμμές από τους ειδικούς απέσπασε θετικές κριτικές σε αντίθεση με τα σχόλια του κινηματογραφόφιλου κοινού τα οποία ήταν ανάμικτα.
Με προϋπολογισμό τα 185.000.000 δολάρια, οι συνολικές εισπράξεις της ταινίας στο αμερικανικό box office ξεπέρασαν τα 300 εκατομμύρια, ενώ παγκοσμίως τα έσοδα της άγγιξαν τα 800.000.000 δολάρια, καθιστώντας την έτσι ως δεύτερη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία παγκοσμίως για το 2008 και τρίτη για την αμερικάνικη αγορά.
«Άνθρωποι, άνθρωποι,
αιμοχαρείς, αιμοδιψείς και αιμοβόροι, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;
Προς τι η αλληλοεξόντωσις; Όλοι άνθρωποι
είμαστε, για όλους υπάρχει γη, για όλους υπάρχει ήλιος, όλοι αδέρφια είμαστε
και μοίρα κοινή των ανθρώπων ο θάνατος!» Μεγάλα λόγια από το στόμα ενός φαινομενικά
“τρελού” (Χρήστος Τσαγανέας).
«Ποτέ δε θα ησυχάσουμε
από τα πολιτικά σε αυτόν τον τόπο;» «Ήμασταν στο σκοτάδι και περιμέναμε το φως,
τώρα είμαστε στο φως και μας τρώει το σκοτάδι». Σοφά λόγια ενός φιλήσυχου
ανθρωπάκου που βλέπει τους δικούς του ανθρώπους να τσακώνονται, χωρισμένοι σε “δεξιούς”
και “αριστερούς” (Βασίλης Λογοθετίδης).
Αυτές είναι μερικές από τις αμέτρητες, υπέροχες ατάκες,
αυτής της εξαίρετης ταινίας, που γυρίστηκε μόλις τέσσερα χρόνια μετά την
αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής από την Ελλάδα και εν μέσω του
εμφυλίου πολέμου.
Ο Θόδωρος (Βασίλης Λογοθετίδης) είναι ένας φιλήσυχος
οικογενειάρχης που κατοικεί κάπου στην μεταπολεμική Αθήνα. Ο ίδιος νιώθει πολύ
πικραμένος με όλα όσα βλέπει να συμβαίνουν γύρω του καθώς οι συμπολίτες του,
έχοντας λησμονήσει πολύ γρήγορα τα δεινά που πέρασαν από τον Γερμανό κατακτητή,
χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις,
τσακώνονται και αλληλοσκοτώνονται για το ποιος θα πάρει την εξουσία της
χώρας.
Ένα μεσημέρι, στην αυλή του σπιτιού του, καθισμένος στην
πολυθρόνα του κι ακούγοντας ένα γείτονά του, τον Ζήση (Βαγγέλης Πρωτόπαπας), να
διαβάζει σε μια εφημερίδα ότι ο Χίτλερ ζει κάπου στο Τιρόλο, τον παίρνει ο
ύπνος. Ξυπνάει όμως απότομα από κάποιες φωνές που λένε ότι η Ευρώπη δέχεται
επίθεση από τους Γερμανούς για ακόμη μία φορά. Ακολουθούν κάποια πλάνα αρχείου
με εικόνες από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και μια αφήγηση για τον τρόπο με τον
οποίο η Γερμανία κυριαρχεί ξανά στην Ευρώπη.
Στην συνέχεια η ταινία επιστρέφει στην αυλή, όπου ο Θόδωρος μαζί
με τους συγγενείς του και του γείτονές του ακούει γερμανικά στο ραδιόφωνο. Η
δεύτερη αυτή Γερμανική Κατοχή οδηγεί τους ήρωες της ταινίας όχι μόνο στην πείνα
και στην εξαθλίωση, αλλά και στην φυλακή…
Πρόκειται για μία ταινία σταθμό στην ιστορία του ελληνικού
κινηματογράφου. Μία πολύ τολμηρή για την εποχή κοινωνικοπολιτική, αντιπολεμική,
κωμική-δραματική σάτιρα. Το εξαίρετο, πρωτοποριακό σενάριο, βασίζεται στην
ομώνυμη θεατρική παράσταση που ανέβηκε το 1946 και είναι γραμμένο από τον
Χρήστο Γιαννακόπουλο και τον Αλέκο Σακελλάριο. Τα διδάγματα που απορρέουν μέσα
από την θέαση της ταινίας είναι πάμπολλα και παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει
70 χρόνια από τότε, δυστυχώς τα διδάγματα αυτά, παραμένουν επίκαιρα μέχρι και
σήμερα.
Βέβαια το γεγονός ότι η ταινία σήμερα χαρακτηρίζεται σαν ένα
«μικρό διαμάντι» δεν οφείλεται μόνο στο σενάριο και στην καλή σκηνοθεσία του
Σακελλάριου, αλλά και στις εκπληκτικές ερμηνείες των ηθοποιών που απαρτίζουν
όλο το καστ: Βασίλης Λογοθετίδης, Μίμης Φωτόπουλος (ο Νίκος, ο πατριώτης
αντάρτης, Λαυρέντης Διαννέλος (ο Λευτέρης, ένας από τους γείτονες του Θόδωρου),
Νίτσα Τσαγανέα (η Ουρανία, η σύζυγος του Θόδωρου), Γεωργία Βασιλειάδου (η
γυναίκα του Λευτέρη), Ίλυα Λιβυκού (η πατριώτισσα νοσοκόμα), Βαγγέλης
Πρωτόπαπας (ο Ζήσης, ένας ακόμη γείτονας του Θόδωρου), Θεόφιλος Ασημακόπουλος
(ο Γερμανός κατάσκοπος που δεν αποχωρίζεται τα μαύρα του γυαλιά με τίποτα), Χρήστος
Τσαγανέας (ο τρελός)… και οι υπόλοιποι… όλοι τους είναι υπέροχοι!
Σε τεχνικό επίπεδο η ταινία έχει κάποια θέματα τα οποία μάλλον
θεωρούνται αμελητέα, αν σκεφτούμε το πότε και με τι μέσα γυρίστηκε.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσας της
Αθήνας στις 5 Ιανουαρίου του 1948, κόβοντας κατά την πρώτη προβολή της 136.033
εισιτήρια -ένα νούμερο αρκετά υψηλό για την εποχή. Τα 1949 παίχτηκε και σε
κάποιες χώρες του εξωτερικού όπως η Γαλλία, η ΗΠΑ, η Πολωνία και άλλες.
Μετά την προβολή της η κριτικοί διχαστήκαν δίνοντας της
ανάμικτους σχολιασμούς, σήμερα όμως επαινείται ομόφωνα και χαρακτηρίζεται
δικαίως ως κλασσική.
Επίσης την ταινία την χαρακτηρίζουν πάρα πολλές πρωτιές: Ήταν
η πρώτη μεγάλη εμπορική επιτυχία της Φίνος Φίλμ και ο προπομπός των μεγάλων
επιτυχιών του ελληνικού κινηματογράφου στα χρόνια που ακολούθησαν. Υπήρξε η
πρώτη κινηματογραφική δουλειά του Αλέκου Σακελλάριου, ο οποίος μάλιστα κάνει
και μία μικρή εμφάνιση στην ταινία. Επίσης την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση τους
κάνουν οι Μίμης Φωτόπουλος, Λαυρέντης Διανέλλος, Στέφανος Στρατηγός, Νίκος
Φέρμας, Γιάννης Χειμωνίδης και η Ίλυα Λιβυκού η οποία στην συνέχεια έγινε
αχώριστο δίδυμο με τον Β. Λογοθετίδη σε άλλες ταινίες που επακολούθησαν και
θεατρικές παραστάσεις. Στην ταινία πρωτοεμφανίζεται ως ηθοποιός και ο Ντίνος
Δημόπουλος, ο μετέπειτα μεγάλος σκηνοθέτης του ελληνικού κινηματογράφου. Επίσης
μέσα από αυτήν την ταινία, η Γεωργία Βασιλειάδου καθιερώθηκε στο κινηματογραφικό
στερέωμα ενώ τέλος, ο Βασίλης Λογοθετίδης σε ηλικία 50 ετών, αναγνωρίζεται και
καθιερώνεται πλήρως, παίρνοντας τον τίτλο του μέγιστου Έλληνα κωμικού, έναν
τίτλο που κράτησε μέχρι και το 1960, χρονιά την οποία απεβίωσε.
Ελληνικός Τίτλος: Ο Ιντιάνα Τζόουνς και η Τελευταία Σταυροφορία
Κατηγορία: Περιπέτεια
Σκηνοθεσία: Steven Spielberg
Σενάριο: Jeffrey Boam
Πρωταγωνιστούν: Harrison Ford, Sean Connery, Alison Doody
Μουσική: John Williams
Φωτογραφία: Douglas Slocombe
Μοντάζ: Michael Kahn, George Lucas
Χώρα Παραγωγής: ΗΠΑ
Χρώμα: Έγχρωμη
Διάρκεια: 127min
Η τρίτη ταινία της σειράς με ήρωα τον εξερευνητή-αρχαιολόγο Ιντιάνα Τζόουνς, είναι και αυτή, όπως και οι προκάτοχοι της, μία παραγωγή του George Lucas υπό την σκηνοθετική επίβλεψη του Steven Spielberg.
Στον πρωταγωνιστικό ρόλο για άλλη μια φορά βρίσκεται ο Harrison Ford, ενώ στο πλευρό του συναντάμε τον Sean Connery στον ρόλο του πατέρα του ήρωα. Τους δύο μεγάλους πρωταγωνιστές πλαισιώνουν η Alison Doody και ο Julian Glover, ενώ οι Denholm Elliott και John Rhys-Davies επανεμφανίζονται στο πλευρό του ηρωικού αρχαιολόγου, επαναλαμβάνοντας τους ρόλους που είχαν υποδυθεί στην πρώτη ταινία της σειράς το 1981, στο «Raiders of the Lost Ark». Σεναριακή έκπληξη αποτελεί το γεγονός της εμφάνισης του Ιντιάνα Τζόουνς σε εφηβική ηλικία, έναν ρόλο που ερμηνεύει περίφημα ο νεαρός River Phoenix.
Η πλοκή της ταινίας τοποθετείται χρονικά στο 1938, όταν ο Ιντιάνα Τζόουνς λαμβάνει ένα πακέτο το οποίο περιέχει το ημερολόγιο του πατέρα του Δρ. Χένρυ Τζόουνς (Sean Connery) ο οποίος επίσης αρχαιολόγος, ασχολείται με την εύρεση του Άγιου Δισκοπότηρου. Όταν ο Ιντιάνα αντιλαμβάνεται ότι ο πατέρας του αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό πρόβλημα αποφασίζει να ταξιδέψει μέχρι την Βενετία. Στο ταξίδι αυτό τον συντροφεύει ο φίλος του, Μάρκους Μπρόντι (Denholm Elliott ). Στη Βενετία συναντούν μία συνάδερφο του Δρ. Χένρι, την Έλσα Σνάιντερ (Alison Doody). Μετά την αποκάλυψη κάποιων κρυμμένων μυστικών και μία περιπετειώδη καταδίωξη, ο Ιντιάνα μαθαίνει ότι ο πατέρας του κρατείται αιχμάλωτος από τους Ναζί, σε ένα κάστρο στα σύνορα Αυστρίας-Γερμανίας. Οι Ναζί έχουν αιχμαλωτίσει τον Δρ. Χένρυ θέλοντας να τους βοηθήσει να αποκτήσουν το Άγιο Δισκοπότηρο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν στον αγώνα τους για την παγκόσμια κυριαρχία…
Με μεγάλες δόσεις χιούμορ και καταιγιστικές περιπετειώδεις σκηνές σε εξωτικές τοποθεσίες, το «Indiana Jones and the Last Crusade» αποζημιώνει απόλυτα τους κινηματογραφικούς θαυμαστές του ατρόμητου αρχαιολόγου σημειώνοντας τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία για το 1989, αποφέροντας παγκοσμίως 471,1 εκατομμύρια δολάρια, με κόστος παραγωγής 48 εκατομμύρια.
Η ταινία κυκλοφόρησε στις 24 Μαΐου του 1989, αποσπώντας κυρίως θετικά σχόλια από τους κριτικούς και λαμβάνοντας τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ στις κατηγορίες Καλύτερων οπτικών-ηχητικών εφέ, Καλύτερου Ήχου, και Καλύτερης Μουσικής επένδυσης, κατακτώντας τελικά το αγαλματίδιο της πρώτης κατηγορίας.